Ένας ρυθμός διαφορετικός

Δεν είχα συνειδητοποιήσει πως η κόρη μου είχε εθιστεί στο κινητό της μέχρι που είδα εκείνο το ντοκιμαντέρ. Είχα διαβάσει κάποια άρθρα για αυτό το θέμα όμως δεν εμπιστεύομαι καθόλου τους ψυχολόγους. Θεωρώ πως βρίσκουν παντού προβλήματα και πως οι λύσεις που προτείνουν είναι σχεδόν πάντα μη εφαρμόσιμες. Όμως, σε εκείνο το ντοκιμαντέρ έλεγε πως όλοι έχουμε λίγο ή πολύ εθιστεί στις οθόνες μας. Δεν το έλεγαν μόνο ψυχολόγοι και ψυχίατροι αλλά και οι άνθρωποι που κατασκευάζουν τις εφαρμογές των κινητών. Οι ίδιοι μάλιστα έχουν ασπρόμαυρες οθόνες στα κινητά τους για να προστατεύονται από τον εθισμό και δεν δίνουν στα παιδιά τους αυτά που δημιουργούν. Ο εθισμός στο κινητό λειτουργεί όπως ο εθισμός στο καζίνο, συγκεκριμένα στα «φρουτάκια». Η αναπάντεχη επιβεβαιώση, όταν είναι πολύ δημοφιλείς κάποιες αναρτήσεις μας κάνει τον εγκέφαλό μας να εκκρίνει ντοπαμίνη. Η ντοπαμίνη έχει σχετιστεί με εθισμούς κάθε τύπου. Μπαίνοντας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ζητάμε όλο και περισσότερο να νιώσουμε ευχαρίστηση. Τελικά γινόμαστε εξαρτημένοι από αυτήν την ευχαρίστηση. «Είναι η ζάχαρη του μυαλού», είπε ένας νεαρός με σκούφο και γυαλιά. Ο ίδιος λίγο πριν είχε δηλώσει πως νιώθει ενοχές για τα όσα προκαλεί η δουλειά που κάνει στους σημερινούς ανθρώπους και ειδικά στους ανήλικους.

Έτσι λοιπόν συνειδητοποίησα πως κι εγώ είμαι εθισμένη στη μικρή μου οθόνη. Χθες κάθε φορά που ένιωθα την ανάγκη να μπω στα δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης έκανα έναν σταυρό σε ένα χαρτί. Στο τέλος της μέρας οι σταυροί ήταν σχεδόν ενενήντα. Παρατήρησα τον εαυτό μου. Ένιωσα μεγάλη ανάγκη να φωτογραφίσω τον καφέ που απόλαυσα στη βεράντα το πρωί, το πρόσωπό μου κάποια στιγμή που με κοίταξα στον καθρέφτη και μου φάνηκα όμορφη και το κέικ που έφτιαξα. Είχα πει πως δεν θα ανέβαζα φωτογραφίες κι όταν δεν το έκανα ένιωθα δυσφορία, σαν να μου είχαν στερήσει κάτι που είχα πραγματικά ανάγκη. Ήμουν ευερέθιστη, όταν προσπαθούσα να αντισταθώ στην επιθυμία μου να πιάσω το κινητό μου. Ο άντρας μου με ρώτησε κάποια στιγμή αν μπήκα στην κλιμακτήριο κι ύστερα βυθίστηκε κι εκείνος στη δική του μικρή οθόνη.

Το απόγευμα βγήκα μια βόλτα. Ένιωθα να πνίγομαι μέσα στο σπίτι, ειδικά όταν έβλεπα την κόρη μου να πιάνει συνεχώς το κινητό της και να αλλάζει χτενίσματα ή να βάφεται για να βγάλει φωτογραφίες με σκοπό να τις αναρτήσει. Σκεφτόμουν πως λόγω της πανδημίας του κορονοϊού και αυτή τη χρονιά θα βρισκόταν για πολλές ώρες στο σπίτι και οι οθόνες θα ήταν η μόνη της παρέα. Αυτό με γέμιζε τρόμο.

 Στον δρόμο κάποιοι φορούσαν μάσκες. Οι περισσότεροι άνθρωποι, κυρίως οι νέοι κοιτούσαν τα κινητά τους. Ήταν σαν να είχα ξυπνήσει ξαφνικά σε μια χώρα, όπου όλοι οι άλλοι ήταν ακόμη υπνωτισμένοι. Δεν ήξερα πώς να φερθώ, τι να κάνω, ήθελα να τους φωνάξω, να τους βγάλω από την ύπνωση, όμως δεν μπορούσα γιατί σίγουρα θα με θεωρούσαν τρελή ή απλώς δεν θα με έβλεπαν. Εγώ όμως δεν μπορούσα να γυρίσω στην προηγούμενη κατάσταση. Δεν μπορούσα να κοιτάζω το κινητό μου κάθε πέντε λεπτά επειδή απλώς δεν είχα τι να κάνω με τα χέρια μου, επειδή ήμουν θυμωμένη ή φοβισμένη, επειδή τελικά δεν άντεχα να νιώθω και να υπάρχω. Άρχισα να περπατάω στη μαρίνα της πόλης μου, περπατούσα με γρήγορα βήματα σαν να έπρεπε να ξεφύγω από τον ίδιο μου τον εαυτό, από τη ζωή μου, από τον κόσμο που πηγαινοερχόταν αδιάφορος και αποξενωμένος.

Μετά από αρκετή ώρα λαχανιασμένη σταμάτησα και άρχισα να χαζεύω τα μεγάλα κότερα. Μπροστά μου ένας νέος, ψηλός, λεπτός και γυμνασμένος Αφρικανός έβγαζε τα παπούτσια του. Ήταν περιποιημένος στην εμφάνιση, με κοντοκουρεμένο μαλλί και ξυρισμένος. Φορούσε καλοσιδερωμένο πουκάμισο και παντελόνι με ανεβασμένα τα μπαντζάκια. Έμεινα να τον κοιτάζω και ύστερα, όταν άρχισε να περπατά ξυπόλητος κρατώντας ένα παπούτσι σε κάθε χέρι τον ακολούθησα σαν υπνωτισμένη. Κανείς δεν του έδινε σημασία, στη μαρίνα κάποιοι ψαράδες κυκλοφορούσαν χωρίς μπλούζα ενώ οι κοπέλες με τα κοντά σορτς και τα κοντά μπλουζάκια τους ήταν κι αυτές ημίγυμνες. Όμως εγώ αναρωτήθηκα ποιος ήταν, από πού ερχόταν και πώς βρέθηκε στην πόλη μου να περπατάει ξυπόλητος.

Περπατούσε με τόση άνεση που εύκολα καταλάβαινε κανείς πως είχε μεγαλώσει περπατώντας ξυπόλητος. Τον φαντάστηκα μικρό παιδί σε κάποιο χωριό της Αφρικής, μέσα στο πράσινο και την έλλειψη και με έκπληξη ένιωσα πως τον ζήλευα. Θα έδινα τα πάντα για να βρισκόμουν για λίγο στο μέρος από όπου ήρθε αυτός ο νεαρός, να με τριγυρίζουν μόνο τα δέντα και οι αστραπές να ακούγονται τρομακτικές το βράδυ μέσα από τις καλύβες. Θα ήθελα να νιώθω κάθε φορά το νερό στο στόμα μου να με ξεδιψά γιατί αν δεν νιώσεις αληθινή δίψα δεν συνειδητοποιείς ποτέ πόσο πολύτιμο είναι το νερό κι αν δεν πεινάσεις δεν ξέρεις τι σημαίνει να έχεις φαγητό. Θα ήθελα να περπατήσω ξυπόλητη στο χώμα και τα πόδια μου να μην ενοχλούνται, να νιώθω τη δύναμη της γης να περνάει μέσα από αυτά στην καρδιά μου, να τρέχω σε ένα μέρος χωρίς όρια και αν με απειλήσει ένα μεγάλο, άγριο ζώο να μπορώ να παλέψω, να χρησιμοποιήσω το κάθε μέλος του κορμιού μου για να προστατεύσω τον εαυτό μου από έναν κίνδυνο υπαρκτό. Θα ήθελα το βράδυ να βρίσκομαι με άλλους γύρω από τη φωτιά κάτω από τα αστέρια σε απόλυτη αρμονία με τη νύχτα, να μη μιλάμε, μόνο να ακούμε τους ψιθύρους του σκοταδιού, να είμαστε ένα με τον κόσμο, με τη ζωή, με την ανάσα του σύμπαντος.

Όταν συνειδητοποίησα τι σκεφτόμουν, λογόκρινα τον εαυτό μου και με θεώρησα στην καλύτερη περίπτωση ανόητη. Είναι δυνατόν να υποτιμώ μια ζωή με σύστημα υγείας, άνετο σπίτι, αυτοκίνητο και ωραία ρούχα; Ο κορονοϊός μάς έχει τρελάνει όλους, είπα, αυτή η μεγάλη πόλη μάς φτύνει και μας ξεβράζει μέσα σε μια αφόρητη μοναξιά, νιώθουμε τον κίνδυνο αντικρίζοντας το τίποτα. Ταυτόχρονα η καθημερινότητα προσπαθεί να τρέξει με χίλια, όπως τρέχει τις τελευταίες δεκαετίες, χωρίς ανάσα, χωρίς επίγνωση, χωρίς αληθινή επαφή. Όμως, ακολουθούσα τον νεαρό που κρατούσε τα παπούτσια στα χέρια του και ένιωθα πως ο ρυθμός που χτυπούσε στην καρδιά του ήταν διαφορετικός από τον δικό μου, ήταν ένας ρυθμός πρωτόγονος και σωματικός, αληθινής ζωής, βυθισμένος στη μελαγχολία που νιώθει ένας άνθρωπος, όταν περπατάει μόνος του σε ξένο τόπο.

Σταμάτησα κάποια στιγμή για να ακούσω την καρδιά μου να χτυπά. Τότε το κινητό μου άρχισα να δονείται για ώρα. Προσπαθούσα να το αγνοήσω μα δεν σταματούσε, ήταν ενοχλητικό, παραβιαστικό, επίμονο και το ένιωθα για πρώτη φορά σαν κάτι που δεν ανήκει στο σώμα μου. Ο κόσμος πηγαινοερχόταν με μάσκες στα πρόσωπα, και στα χέρια με κινητά τηλέφωνα, με λουριά σκύλων, καρότσια με μωρά και καφέδες σε χάρτινα ποτήρια. Ένιωσα τότε κι εγώ ξένη, πολύ ξένη στην πόλη που μεγάλωσα. Σαν να είχα έρθει από κάπου αλλού και σαν να έπρεπε κάπου αλλού τώρα να βρισκόμουν.

Περπάτησα σαν χαμένη για δύο ώρες. Λίγο πριν φύγω από τη μαρίνα είδα τον νεαρό Αφρικανό. Είχε φορέσει τα παπούτσια του και πήγαινε κι εκείνος κάπου μα εκείνη τη στιγμή ήμουν τόσο κουρασμένη που δεν είχε πια σημασία.