“Το γράμμα”

Είχε περάσει ήδη ένας μήνας κατ’ οίκον περιορισμού και οι οικογένειες ζούσαν η καθεμία τη δική τους αγωνία. Η τηλεόραση μετρούσε τον θάνατο και κάποιοι άνθρωποι είχαν αρχίσει να φοβούνται στα σοβαρά πως μυστηριώδεις δυνάμεις αποφάσισαν να ελέγξουν ταυτόχρονα όλη την ανθρωπότητα. Άλλοι μιλούσαν για αλληλεγγύη, άλλοι έκαναν αντιπολίτευση και η επικοινωνία μέσω διαδικτύου είχε γίνει ένα καταφύγιο. Ήταν ένα παράθυρο, ο μοναδικός τρόπος για να μην κοιτάζεις τους τοίχους. Μερικές φορές τους ένιωθες να πλησιάζουν επικίνδυνα σαν έτοιμοι να σε πλακώσουν ή ήθελες απλώς να τους κλωτήσεις. Αν κάποιο φάντασμα μπορούσε να μπει σε κάθε διαμέρισμα αυτής της αχανούς πόλης, θα έβλεπε μια διαφορετική ιστορία. Αν μπορούσε να διαβάσει τις σκέψεις κάθε ανθρώπου στον δρόμο την ώρα που περπατούσε σε μια έρημη πόλη, θα διάβαζε χιλιάδες διαφορετικές σκέψεις για αυτήν την πανδημία και την καραντίνα.

Εκείνη η μητέρα ήταν πολύ κουρασμένη. Ίσως πιο κουρασμένη από τις περισσότερες εργαζόμενες μητέρες που τάιζαν τα μωρά τους κάνοντας ταυτόχρονα επαγγελματικά τηλεφωνήματα. Ή από εκείνες που απαντούσαν στα ηλεκτρονικά τους μηνύματα, καθάριζαν και ταυτόχρονα προσπαθούσαν να κάνουν τις δασκάλες στα παιδιά τους. Εκείνη η διαζευγμένη μητέρα είχε δύο παιδιά, μία κόρη δεκαπέντε ετών κι έναν γιο, έξι ετών. Η κόρη της είχε αυτισμό και ελαφριά νοητική στέρηση. Όταν η κόρη της μπορούσε να έχει τον σεβασμό στις αντοχές της, στα όριά της, στη διαφορετικότητά της ήταν ένα παιδί που έδινε αγάπη και χαρά. Δυστυχώς αυτό πολλές φορές δεν ήταν δυνατό γιατί ο σύγχρονος κόσμος όσο κι αν διαλαλεί τον προοδευτισμό του ακόμη δεν έχει τη διάθεση να βοηθήσει πραγματικά τους ανθρώπους που έχουν δυσκολίες. Η ζωή της δεν ήταν ποτέ εύκολη από τότε που έγινε μητέρα. Όμως, ποτέ άλλοτε δεν είχε νιώσει τόσο μόνη.

Οι άνθρωποι με αυτισμό δυσκολεύονται να προσαρμοστούν στις αλλαγές. Εκείνο το κορίτσι δεν καταλάβαινε γιατί δεν έπρεπε να πάει στο σχολείο. Η μόνη της επαφή με την προηγούμενη ζωή της ήταν οι διαδικτυακές συνεδρίες που έκανε με την ψυχολόγο της κι αυτές τις περίμενε με αγωνία. Ο πατέρας των παιδιών ανήκε σε ευπαθή ομάδα και δεν μπορούσε να τα πάρει στο σπίτι του ούτε για μια μέρα. «Πότε θα δω τον μπαμπά;», επαναλάμβανε συνεχώς το κορίτσι. Ήταν σαν μια μαχαιριά στην καρδιά αυτή η απελπισμένη επανάληψη, αυτή η απελπισία, κυρίως η έλλειψη απάντησης. Η έφηβη έκλαιγε για ώρες. Το σώμα της τρανταζόταν και ήταν εντελώς αδύνατο να ηρεμήσει ό,τι κι αν της έλεγε η μητέρα της. Το κλάμα της τρόμαζε τα παιδιά που έμεναν στον κάτω όροφο και αναστάτωνε τον ηλικιωμένο που έμενε δύο ορόφους πιο πάνω και ανέβαζε πίεση. Κάποιος από την πολυκατοικία άφησε μια μέρα σημείωμα στην πόρτα, που έγραφε πως «η φασαρία από το σπίτι τον ενοχλούσε ιδιαίτερα τα μεσημέρια». Το μικρό αγόρι της οικογένειας περνούσε όλη την ημέρα στο σπίτι της φοιτήτριας που έμενε δίπλα. Αν υπάρχει Θεός, τότε σίγουρα αυτός έστειλε εκεί την κοπέλα.

Τελικά το κορίτσι πήρε μεγάλη δόση αντιψυχωτικού φαρμάκου και ηρέμησε. Άρχισε να κοιμάται πολύ. Κι έτσι ο αδερφός της περνούσε περισσότερες ώρες στο σπίτι. Όμως, τώρα η μητέρα έπρεπε να εστιάσει στη δουλειά της, που είχε τόσο καιρό παραμελήσει.

Το κορίτσι κοιμόταν ακόμη εκείνο το πρωί, όταν το αγόρι πλησίασε τη μητέρα του. «Έλα να παίξουμε», της είπε παρακλητικά. Εκείνη έπρεπε οπωσδήποτε να δουλέψει. «Δεν μπορώ, αγάπη μου. Μετά», του είπε ξέροντας πως αυτό το μετά δεν θα ερχόταν ποτέ. Το αγόρι γατζώθηκε πάνω στην καρέκλα με δύναμη. «Έλα να παίξουμε», είπε ξανά παρακλητικά, με απελπισία αλλά και αποφασιστικότητα. Η μητέρα ένιωσε να παραλύει από την ενοχή μα έπρεπε οπωσδήποτε να δουλέψει και στράφηκε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της. Τότε το αγόρι άρχισε να τραβάει την καρέκλα με δύναμη. Τα ροδάκια κύλησαν. Κατάφερε να μετακινήσει τη μητέρα του και να τη φέρει στο δωμάτιό του. Η μητέρα σοκαρισμένη τον αγκάλιασε και τον κράτησε σφιχτά για ώρα. Η αγκαλιά της τού ζητούσε συγγνώμη για την ακούσια έλλειψή της. Το παιδί την κρατούσε σαν να μην μπορούσε να τη χορτάσει, σαν να ήξερε πως σε λίγο πάλι θα του την έπαιρναν. Έπαιξαν για ώρα και ύστερα η μητέρα γύρισε στον υπολογιστή της. Όμως δεν μπορούσε να δουλέψει. Κάτι μέσα της είχε σπάσει.

Πήρε χαρτί και μολύβι και έγραψε ένα γράμμα στον γιο της. Θα το έβαζε σε ένα κουτί, στο οποίο φυλούσε ζωγραφιές, φωτογραφίες ή αντικείμενα που θα του έδινε, όταν μεγάλωνε. «Ελπίζω να θυμάσαι αυτή τη μέρα μέσα στην καραντίνα του 2020 που με τράβηξες και έκανες την καρέκλα μου να κυλήσει προς το δωμάτιό σου. Ζητούσες με αγωνία να παίξουμε. Δεν μπορούσα να παίξω μα ήρθα γιατί ήθελα να επιβραβεύσω την επιμονή σου. Το ξέρω πως χρειάζεσαι πολλά περισσότερα από αυτά που έχεις. Είμαι δυστυχώς απλώς ένας άνθρωπος και δεν μπορώ να κάνω τα πάντα. Όμως, εύχομαι μέσα από την ψυχή μου, όταν θα μεγαλώσεις να μην τα παρατάς. Να παλεύεις για έναν πιο δίκαιο κόσμο και για την ευτυχία σου. Εύχομαι με όλη μου την ψυχή να τραβάς με δύναμη τα όνειρά σου προς το μέρος σου, όπως τράβηξες σήμερα την καρέκλα μου…»

Η μητέρα τελείωσε το γράμμα και τα δάκρυα στα μάτια της έτρεχαν σαν ένα ποτάμι που για καιρό το είχε κρατήσει κάποιο αόρατο φράγμα. Ο γιος της ευχαριστημένος από το παιχνίδι τώρα είχε αφοσιωθεί στην τηλεόραση. Η κόρη της λίγο μετά σηκώθηκε. Το βλέμμα της ήταν θολό από τα φάρμακα. Κούνησε τα χέρια της πολλές φορές με πανομοιότυπο τρόπο, όπως κάνουν συχνά τα άτομα με αυτισμό.
«Πότε θα δω τον μπαμπά;», ακούστηκε η φωνή της αδύναμη. Ύστερα το βλέμμα της έπεσε στο γράμμα, που είχε μουσκέψει από τα δάκρυα.
«Πότε θα δω τον μπαμπά;», ξανάπε.