Σαββατόβραδα

Σαββατόβραδα

Οι δρόμοι ήταν εντελώς άδειοι

Σε κάποιο μπαλκόνι κάποιος κάπνιζε

Τραγούδια ακούγονταν

Από το διαμέρισμα του πάνω ορόφου

Εκείνα τα Σάββατα οι περισσότεροι ήταν σχεδόν ίδιοι

Ήταν βράδια βαριά, με ανία

Όπως τα βήματα ενός ανθρώπου

Που έχει χάσει τα όνειρά του

Τα παιδιά μόνο σε τραβούσαν από το χέρι

Εκείνα δεν διαπραγματεύονταν τη χαρά τους

Στους έρημους δρόμους της πόλης

Τριγύριζε κάτι σαν φάντασμα

Το φάντασμα μιας εποχής που έφυγε, ίσως

Ή κάτι αδιόρατο που σιγά-σιγά γεννιόταν

Μέσα στην ατυχία

Μέσα στα Σαββατόβραδα

Που οι περισσότεροι γινόμασταν για λίγο ίδιοι