Το γλαράκι

Τον Νοέμβριο του 2020 ζούσα με την οικογένειά μου σε μια παραλιακή πόλη. Ήμουν φοιτητής, δεν θα σας πω τι σπούδαζα γιατί τελικά παράτησα τις σπουδές μου κι έγινα μουσικός. Εκείνη η χρονιά ήταν πολύ δύσκολη για τους ανθρώπους της ηλικίας μας. Έπρεπε να γυρίσουμε στην οικογένεια μας, να απομακρυνθούμε από τους φίλους μας, να μην ερωτευόμαστε, να μη φιλιόμαστε, να μη χορεύουμε. Δεν με ενοχλούσε η έλλειψη διασκέδασης, έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν μου άρεσαν τα μέρη που ξεχείλιζαν από νεαρούς ανθρώπους με ποτά στα χέρια. Κουνιούνταν πάντα άχαρα και νομίζω πως τα μάτια τους θλιμμένα αναζητούσαν κάτι που δεν υπήρχε στην εποχή τους. Εγώ αγαπούσα την κιθάρα μου και με τρεις φίλους μου είχαμε φτιάξει ένα συγκρότημα. Λόγω της πανδημίας έπρεπε να σταματήσουμε τις πρόβες. Αυτό μου κόστισε πολύ.

«Ευκαιρία να διαβάσεις λίγο», μου είπε ο πατέρας μου κάποια στιγμή κι εγώ έγινα έξαλλος. Ήμουν σε μια ηλικία που δεν θα έπρεπε να δικαιούται ο πατέρας μου να μου λέει τι να κάνω ωστόσο εκείνος πλήρωνε τα έξοδά μου και είχε λόγο στη ζωή μου. Δυστυχώς η γενιά μου είχε την ατυχία να έχει τα πάντα χωρίς να κερδίζει τίποτα μόνη της. Κι αν κάτι μας έλειπε ήταν η πίστη στον εαυτό μας.

Την εποχή του κορονοϊού λοιπόν κάθε μέρα έβγαινα για περπάτημα στη παραλία. Στις αρχές του Ιανουαρίου ήμουν απελπισμένος. Ήμουν πολύ ερωτευμένος με μια κοπέλα από την παρέα που είχα από τα σχολικά μου χρόνια. Νομίζω πως για χρόνια ήμουν ερωτευμένος μαζί της και δεν το παραδεχόμουν. Πολλές φορές μέναμε μόνοι μας και συζητούσαμε για ώρες. Με θαύμαζε γιατί έπαιζα μουσική. Εκείνη, έλεγε, δεν είχε κανένα ταλέντο. Είχε περάσει στη Νομική και περίμενε με τρόμο μια ζωή γεμάτη άγχος, γραφειοκρατία, ανθρώπους που έκαναν απάτες ή ήταν θύματα. Ζήλευε τις συμφοιτήτριές της που έβρισκαν νόημα σε όλο αυτό.

«Αν πήγαινα ποτέ στο δικαστήριο, θα πήγαινα με τζην», της είπα μια μέρα που απελπισμένη έλεγε πως οι δικαστές την τρόμαζαν.

«Αν ήμουν συνήγορος σε αυτή τη δίκη, θα σε ερωτευόμουν αμέσως», μου είχε πει κι ύστερα είχε χαμηλώσει τα μάτια σαν να μην πίστευε κι εκείνη τι είχε ξεστομίσει.

Για να μην πολυλογώ υπήρξε ένα κλίμα μεταξύ μας για καιρό. Φοβόμασταν να αλλάξουμε τη σχέση μας, να διαταράξουμε τις ισορροπίες της παρέας, φοβόμασταν να προχωρήσουμε. Τον Σεπτέμβριο αποφάσισα να της μιλήσω για τα συναισθήματά μου όμως ήταν πολύ αγχωμένη με τη σχολή της. Ανέβαλλα την απόφασή μου κι ύστερα επιβλήθηκε η καραντίνα. Δεν μπορούσα να τη συναντήσω γιατί εκείνη έμενε έξω από την πόλη. Εγώ θα πήγαινα και με τα πόδια να τη δω και δεν φοβόμουν την αστυνομία ωστόσο ο πατέρας μου έπασχε από αναπνευστικό νόσημα και τηρούσαμε πολύ αυστηρά τα μέτρα στο σπίτι. Ήταν τόσο άδικο η επιθυμία μου για ζωή να είναι ικανή να σκοτώσει τον άνθρωπο που μου έδωσε τη ζωή.

Κάθε μέρα περπατούσα λοιπόν στην παραλία και σε έναν βράχο έβλεπα έναν γλάρο μόνο του να στέκεται σαν κάτι να περιμένει. Ένιωθα πως αυτός ο γλάρος ήμουν εγώ, μόνος ανάμεσα στα βράχια και τα κύματα της ζωής, μόνος και καταδικασμένος σε μια προσμονή που με έκανε να καίγομαι μέσα μου.

Η ατμόσφαιρα στο σπίτι ήταν άσχημη. Εγώ δεν ήθελα και δεν μπορούσα να διαβάσω για μια σχολή, στην οποία πέρασα τυχαία. Η αδερφή μου πήγαινε στο λύκειο και ήταν μέσα στο άγχος και τα νεύρα. Ο πατέρας μου φοβόταν πως θα πέθαινε εκείνη τη χρονιά, μιλούσε για διαθήκες και μετάνιωνε για τα επαγγελματικά του λάθη. Η μητέρα μου εργαζόταν από το σπίτι και ήταν διαρκώς σε κίνηση. Κάθε βράδυ εξαντλημένη καθόταν σε μια πολυθρόνα και τα μάτια της έκλειναν. Ένα δερματολογικό νόσημα που την ταλαιπωρούσε για χρόνια ήταν σε έξαρση. Την έβλεπα και αναρωτιόμουν αν άξιζε για εκείνη καθόλου αυτή η ζωή. Αν θα άξιζε για τον οποιοδήποτε μια τέτοια ζωή. Η μητέρα μου ήθελε να γίνει μουσικός, όταν ήταν νέα. Εκείνη μού έμαθε τις πρώτες μου νότες σε ένα παιδικό αρμόνιο. Κατέληξε να κάνει δουλειά γραφείου για ένα πολύ ιδιότροπο αφεντικό και ήταν νοικοκυρά και μητέρα που άκουγε με υπομονή την έφηβη κόρη της να ξεσπάει σαν δαίμονας πάνω της. Είχα το ίδιο όνειρο με εκείνη και είχα αποφασίσει πως δεν θα κατέληγα στα πενήντα μου να κλείνω τα μάτια μου κάθε βράδυ σαν να θέλω να πεθάνω.

Στις 3 Ιανουαρίου βγήκα τη συνηθισμένη μου βόλτα. Σκεφτόμουν την αγαπημένη μου. «Γιατί δεν κάνετε σεξ μέσω διαδικτύου;», με είχε ρωτήσει ένας φίλος μου και είχε γελάσει κάπως χυδαία. Εκείνος φωτογράφιζε τα γεννητικά του όργανα και τα έστελνε στην κοπέλα του σαν να ήταν κάτι που μόλις είχε ψωνίσει από μια ωραία βιτρίνα. Η κοπέλα του στην αρχή δεν ήθελε να ανταποκριθεί, τελικά με πίεση του έστειλε κι εκείνη γυμνές της φωτογραφίες. Εκείνος μάς τις έδειξε με περηφάνια κι εγώ τότε ήθελα να κάνω εμετό. Η κοπέλα του λίγο μετά τον χώρισε. Εκείνος πληγώθηκε και παραπονιόταν, ωστόσο θα είχε πάντα στο κινητό του το σώμα της και την αξιοπρέπειά της. Έτσι ήταν πολλές σχέσεις των νέων στην εποχή αυτή. Αν κάτι φρικτό είχε κάνει αυτή η εποχή στα παιδιά της ήταν ότι τα τάιζε με χυδαιότητα εκεί που εκείνα ζητούσαν ελευθερία. Ήταν τόσο ανώριμα που δεν μπορούσαν να καταλάβουν τη διαφορά. Ίσως επειδή οι γονείς τους δεν ήταν ποτέ αληθινά ελεύθεροι. Ίσως επειδή η χυδαιότητα που πολλοί για χρόνια έκρυβαν κάτω από τα όμορφα χαλιά τους είχε αποφασίσει να βγει και να είναι αδυσώπητη.

Στάθηκα μπροστά στον βράχο και περίμενα να δω τον αγέρωχο γλάρο μου. Μια έκπληξη με περίμενε και πιστέψτε με, ήταν μια εποχή όπου οι όμορφες εκπλήξεις σπάνιζαν.

Μέσα στο νερό βρίσκονταν δέκα μικρά γλαράκια. Τα μέτρησα ένα-ένα, μην μπορώντας να πιστέψω στην ομορφιά αυτού που έβλεπα. Κολυμπούσαν, ήταν ένα με τα κύματα, είχαν αφεθεί και γι’ αυτό και επέπλεαν. Κάποια στιγμή ένα γλαράκι άνοιξε τα φτερά του και πέταξε. Στην αρχή πέταξε χαμηλά, ήταν τόσο θαυμαστό να βλέπεις το πρώτο πέταγμα ενός τόσο μικρού πλάσματος. Είχα ξεχάσει τα πάντα και είχα απορροφηθεί από το ίδιο μου το δέος. Τα κύματα δεν ήταν μικρά. Τα γλαράκια επέπλεαν αμέριμνα. Αν είχαν προσπαθήσει να παλέψουν με το κύμα, θα είχαν σίγουρα πνιγεί, σκέφτηκα. Εντωμεταξύ το τολμηρό γλαράκι χάθηκε στον ορίζοντα κι εγώ το ζήλεψα όσο δεν έχω ζηλέψει ποτέ κανέναν άνθρωπο. Η λευκή χειρουργική μάσκα κάλυπτε το στόμα και τη μύτη μου κι όμως ήταν σαν να είχα αναπνεύσει αληθινά για πρώτη φορά στη ζωή μου.

Τότε ήταν που αποφάσισα να αφήνομαι στη ζωή. Αποφάσισα να αφεθώ στην πανδημία, να μην παλεύω άλλο με αυτό που συνέβαινε και να περιμένω υπομονετικά να περάσει. Αποφάσισα επίσης να γράψω στην αγαπημένη μου. Ίσως σε μια πεζή εποχή όπου οι εραστές φωτογράφιζαν τις στύσεις τους εγώ ήμουν πολύ ρομαντικός που ήθελα να γράψω ένα αληθινό ερωτικό γράμμα.

Το έγραψα αυτό το γράμμα μα δεν θα σας πω τη συνέχεια. Τέσσερις δεκαετίες αφότου συνέβησαν όλα αυτά αυτό που έχει ακόμη τεράστια σημασία για μένα είναι αυτό το γλαράκι που άνοιξε τα φτερά του και τόλμησε να πετάξει.