ΟΙ ΝΑΥΤΙΚΟΙ ΣΤΟ ΣΑΛΟΝΙ ΜΟΥ

Edward Moran, “Ships at night”

Είναι 2021 και η ανθρωπότητα δοκιμάζεται σε όλη τη γη. Σίγουρα όχι όσο στους παγκόσμιους πολέμους όμως οι άνθρωποι του δυτικοί κόσμου εδώ και δεκαετίες ήταν τόσο καλομαθημένοι. Έκαναν το λάθος να πιστέψουν πως δεν υπάρχει ζωή χωρίς καλοπέραση. Τώρα οι τοίχοι των σπιτιών μας είναι έτοιμοι να μας πλακώσουν. Ο χειμώνας δεν ήρθε, μόνο για λίγο μας θύμισε πως υπάρχει ακόμη. Καλοκαιρινές μέρες με αφόρητο ήλιο εναλλάσσονται με το κρύο που έχουμε ξεχάσει. Πλέον δεν  μπορούμε να εμπιστευτούμε ούτε το ημερολόγιο. Γεμάτοι ματαίωση, αγανάκτιση, φόβο επιτρέπεται μόνο να περπατάμε. Τα παιδιά υποφέρουν κι αυτά. Όμως, τα παιδιά βρίσκουν πάντα τον τρόπο να κάνουν τον κόσμο τους μαγικό. Στα περίπτερα κυκλοφορεί ένας ανθρώπινος σκελετός με συνοδευτικά βιβλία για το ανθρώπινο σώμα. Ο ανιψιός μου ενθουσιασμένος έπαιξε για ώρες με τον εγκέφαλο. Ύστερα είπε πως θα τον δείχνει στα κορίτσια στην τηλεκπαίδευση για να τα κάνει να αηδιάσουν. Εκείνες έδειχναν στα αγόρια τις κούκλες τους για να τα εκνευρίσουν. Όσο υπάρχει άνθρωπος, τα ανθρώπινα ένστικτα θα εκφράζονται, σκέφτηκα εντυπωσιασμένη, όταν τον είδα να μορφάζει με ικανοποίηση περιγράφοντας αυτές τις διαδικτυακές αλληλεπιδράσεις.

Εγώ όσο διαρκεί η καραντίνα βρίσκομαι στο χωριό της γιαγιάς μου. Μεγάλωσα στο σπίτι της γιαγιάς μου και όταν ήμουν δεκαπέντε, φύγαμε για την Αθήνα. Οι γονείς μου θεώρησαν πως θα ήταν καλύτερο για τη σχολική μου επιτυχία. Πέρασα εκεί μια φρικτή περίοδο προσαρμογής. Η εφηβεία μου ήταν γεμάτη απελπισία και νοσταλγία. Δεν συνδέθηκα με κανένα συνομίληκο μου και δεν έκανα αληθινούς φίλους. Ήμουν όμορφη και έξυπνη και από την εποχή που ήμουν φοιτήτρια είχα πάντα παρέες και συντρόφους. Όμως πουθενά δεν ήμουν αληθινά εγώ. Έπινα πολύ για να αντέξω ένα μεγάλο εσωτερικό κενό μέσα μου. Το ποτό δεν άλλαζε τη συμπεριφορά μου κι οι άλλοι δεν καταλάβαιναν ποτέ πως τελικά υποκρινόμουν. Δεν με ενδιέφεραν αυτά που μου έλεγαν ούτε έλεγα ποτέ αυτά που ενδιέφεραν εμένα. Δεν ήθελα να κάνω παιδιά. Φοβόμουν πως θα κατέληγα αλκοολική μητέρα.

Εδώ και πέντε χρόνια κατάφερα να έχω μια ισορροπία με μια σχέση εξ αποστάσεως με έναν άντρα που αγαπώ, εκτιμώ και θαυμάζω. Είναι χωρισμένος ωστόσο μου έχει ξεκαθαρίσει πως δεν θα φύγει ποτέ από την πόλη που ζει γιατί θέλει να είναι κοντά στο παιδί του. Εγώ του είχα δηλώσει πως δεν μπορώ να αφήσω τη δουλειά μου και το σπίτι μου. Έτσι τον έβλεπα μόνο τα σαββατοκύριακα. Μου ήταν αρκετό όμως τώρα η αποσταθεροποίηση της πανδημίας με έχει κάνει να αναρωτιέμαι ποια είμαι, τι θέλω και κυρίως ποια ήμουν όλον αυτόν τον καιρό που έπινα για να με αποφύγω.

Έχω ένα κατάστημα με αντίκες που παραμένει κλειστό όλον αυτόν τον καιρό. Η υπάλληλος μου κατάφερε να το κάνει ηλεκτρονικό και το διαχειρίζεται εκείνη. Οι γονείς μου δεν ζουν και μου έχουν αφήσει κάποια περιουσία γιατί ο πατέρας μου στην Αθήνα άνοιξε μια πολύ επιτυχημένη επιχείρηση. Ξέρω πως για κάποια χρόνια ακόμη δεν θα έχω πρόβλημα βιοπορισμού. Έχω αποδεχτεί πως το κατάστημα σύντομα θα πρέπει να κλείσει  κι εγώ θα πρέπει να βρω κάτι άλλο να κάνω. Όλα στο μυαλό μου είναι μπερδεμένα. Μου λείπει ο σύντροφός μου και αναρωτιέμαι πώς θα ήταν η ζωή μου αν είχα ένα παιδί. Μιλάω στο τηλέφωνο με ανθρώπους με τους οποίους έκανα παρέα. Όμως μιλάω όπως μιλούσα μαζί τους πάντα. Σαν να μην είμαι εγώ. Εγώ είμαι πάντα κάπου βαθιά κρυμμένη. Όμως, ξέρω πως δεν μπορώ να είμαι άλλο έτσι. Η ζωή είναι τόσο σύντομη και απρόβλεπτη.

Περνάω πολλές ώρες στο σαλόνι του σπιτιού της γιαγιάς μου. Είναι ανακαινισμένο και έχει τα έπιπλα που της έδωσαν για προίκα. Λατρεύω το σκαλισμένο ξύλο που αντέχει στον χρόνο. Σήμερα είναι όλα αναλώσιμα κι αυτό με πληγώνει βαθιά.

Σε αυτό το σαλόνι που τώρα δέχεται τις ονειροπολήσεις μου κάποτε ήταν το μαγαζί του παππού μου. Ήταν μπακάλικο, τηλεφωνείο, καφενείο. Εκείνος ήταν πάντα πίσω από τον πάγκο χαμογελαστός και καλοσυνάτος. Όλα ήταν τακτοποιημένα και απλά. Όταν ήμουν μικρή, μου άρεσε να διαβάζω κρυφά τα περιοδικά που έρχονταν κάθε Παρασκευή. Ένιωθα μεγάλη ενοχή γιατί ήταν σαν να εξαπατούσα όσους τα αγόραζαν εφόσον τα είχα διαβάσει εγώ πριν από εκείνους. Θυμάμαι τη ζυγαριά που ποτέ δεν μπορούσα να καταλάβω πώς λειτουργούσε. Θυμάμαι τα γράμματα του παππού μου πάνω στα σημειωματάρια που έφτιαχνε από ψηφοδέλτια. Ήταν γεμάτα ορθογραφικά λάθη. Δεν πήγε στο γυμνάσιο γιατί στα δεκατρία του έχασε τον πατέρα του και πήγε να δουλέψει στην Αθήνα. Κι όμως είχε στο μαγαζί και μια εγκυκλοπαίδεια. Η μητέρα μου μού είχε πει πως τα παιδιά του χωριού μαζεύονταν στο μαγαζί και τη διάβαζαν. Μια βιβλιοθήκη μέσα σε ένα μπακάλικο, σκέφτομαι τώρα και μου φαίνεται συναρπαστικά ανατρεπτικό.

Όλο το χωριό περνούσε από το μαγαζί για να πάρει τηλέφωνο σε ένα μικρό δωματιάκι στην αυλή, που το λέγαμε «θάλαμο». Σε αυτό το δωμάτιο ήταν συγκεντρωμένες όλες οι αγωνίες, όλες οι χαρές, όλες οι ανταλλαγές του χωριού με τον έξω κόσμο. Όμως, εκείνο που σκέφτομαι ξανά και ξανά αυτούς τους μήνες που βρίσκομαι εδώ είναι οι άντρες που έρχονταν κάθε πρωί και έπιναν τον καφέ τους. Κοιμόμουν στο δωμάτιο που βρίσκεται ακριβώς πάνω. Το σπίτι δεν έχει καλή ηχομόνωση και ξυπνούσα κάθε πρωί από τις συζητήσεις που περνούσαν από το ξύλινο πάτωμα. Οι περισσότεροι ήταν ναυτικοί. Δεν μου μιλούσαν σχεδόν ποτέ κι εγώ όταν περνούσα από το μαγαζί για να βγω έξω, έλεγα μέσα από τα δόντια μου ένα «καλημέρα». Θυμάμαι πως όλα τότε μου φαίνονταν φυσιολογικά. Ακόμη κι εκείνος που είχε χάσει το χέρι του στον πόλεμο. Στο μαγαζί του παππού μου δεν ένιωσα ποτέ ότι συνέβαινε κάτι που δεν είναι στη ζωή να συμβαίνει. Κάποτε η γιαγιά μου μου είπε πως αυτός ο άντρας είχε μια περιπέτεια με ένα μυρμήγκι που μπήκε στο αυτί του. Άκουγε τα βήματα του μυρμηγκιού σαν βήματα ελέφαντα. Έριξε οινόπνευμα για να πνίξει τον μικροσκοπικό εισβολέα. Είχα διασκεδάσει με την ιστορία. Η γιαγιά μου ήξερε όλες τις ιστορίες του χωριού και μου τις έλεγε σαν να μου εμπιστευόταν κάτι τρομερά σημαντικό.

Οι ώρες στην καραντίνα δεν περνούν εύκολα σε αυτό το σαλόνι σήμερα. Σκέφτομαι ξανά και ξανά τους άντρες αυτούς που κάποτε γέμιζαν βοή το σπίτι. Δεν ήξερα τότε πως ήταν ναυτικοί. Μερικές φορές έπαιζαν τάβλι. Τους ντρεπόμουν και όμως δεν μπορούσα να φανταστώ το σπίτι χωρίς εκείνους. Φορούσαν όλοι γκρίζα παντελόνια με τσάκιση και πουκάμισα και πολλές φορές δεν έβγαζαν τις τραγιάσκες τους. Είχα πάντα την αίσθηση πως ήταν πολύ αυστηροί, όταν με κοιτούσαν.

Ο μόνος που μου μιλούσε ήταν ένας ταχυδρόμος που ερχόταν κάθε μέρα και άφηνε ή έπαιρνε τα γράμματα. Τα άφηνε στο τραπέζι κάτω από μια αφίσα με τους πρωθυπουργούς της χώρας. Και η αλληλογραφία του χωριού ήταν στα χέρια του παππού μου. Θυμάμαι τους φακέλους και τα γραμματόσημα, τις άγνωστες διευθύνσεις, όλες αυτές τις ιστορίες που ήταν γραμμένες μέσα και τις ένιωθα μα ήταν ανείπωτες. Ο ταχυδρόμος, όπως είπα, ήταν ο μόνος άντρας που μου μιλούσε. Κάποιες φορές όσο περίμενε τον παππού μου, μου έλεγε ιστορίες. Ήταν πολύ ψηλός, θεόρατος στα μάτια μου. Χαμογελαστός και αινιγματικός με έκανε πάντα να νιώθω άνετα. Δεν θυμάμαι τι ηλικία είχα, όταν άκουγα τις ιστορίες του. Για μένα ήταν σαν να γνώριζε τα πάντα, σαν να είχε δει τα πάντα, σαν να μην υπήρχε τίποτα που να μην μπορούσε να αντιμετωπίσει. Τον φανταζόμουν άλλοτε σαν ιππότη κι άλλοτε σαν εξερευνητή. Τον φανταζόμουν πάντοτε μόνο και περίμενα να μεγαλώσω για να τον συντροφέψω σε όλες αυτές τις ιστορίες που για το παιδικό μου μυαλό ήταν αληθινές. Κι αν κάτι μου έδινε ευτυχία ήταν το γέλιο του, που ήταν τρανταχτό, όταν διατύπωνα τις παιδικές μου απορίες.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη μέρα που είδα τον ταχυδρόμο χωρίς το καπέλο και την τσάντα του. Ήμουν σε ένα πανηγύρι σε ένα διπλανό χωριό. Κρατούσε το χέρι της γυναίκας του και δίπλα τους ένα ψηλό κορίτσι στην ηλικία μου έδειχνε πολύ χαρούμενο. Νομίζω πως ζαλίστηκα. Ο πατέρας μου που ήταν λίγο πιο πέρα γύρισε και με κοίταξε εκείνη τη στιγμή. «Βιάσου! Τι καθυστερείς;», μου φώναξε. «Πήγαινε να χορέψεις!». Ο πατέρας μου ήταν ένας άνθρωπος που βιαζόταν πολύ. Αδυνατούσε να αφουγκραστεί τον ρυθμό των γύρω του με αποτέλεσμα ακόμη και στη χαρά να φωνάζει. Εγώ έφυγα τρέχοντας και για ώρα στριμώχτηκα στο άγνωστο πλήθος χωρίς να ξέρω πού να πάω. Ήθελα να πεθάνω. Τελικά ο πατέρας μου με βρήκε. Γυρίσαμε στο σπίτι κι εγώ έκλαιγα όλο το βράδυ γιατί ο ταχυδρόμος ήταν ευτυχισμένος χωρίς εμένα. Οι ιστορίες του δεν ήταν αληθινές κι εγώ δεν θα εξερευνούσα ποτέ υπό την καθοδηγησή του κάποια μαγική χώρα. Το επόμενο πρωί με ξύπνησαν οι συζητήσεις των ανδρών από κάτω. Ήταν τώρα μια βοή έτοιμη να με πνίξει.

Είχα ξεχάσει την ιστορία με τον ταχυδρόμο όμως όλον αυτόν τον καιρό οι μορφές των ναυτικών έρχονται ξανά και ξανά στο σαλόνι. Οι φωτογραφίες της γιαγιάς και του παππού μου με κοιτάζουν με αγάπη. Έξω από το μαγαζί φύτρωσαν μόνα τους δυο λουλούδια και νομίζω πως είναι εκείνοι. Αγωνίζομαι να περάσω αυτόν τον εγκλεισμό χωρίς να πιω και προσπαθώ να κρατήσω ό,τι πιο όμορφο έχω μέσα μου.

Μετά το πανηγύρι ο ταχυδρόμος μου μιλούσε πάντα χαμογελαστός κι εγώ του απαντούσα μα δεν ήμουν εγώ. Έκανα έξυπνες ερωτήσεις και είχα νάζι στη φωνή μου κι εκείνος δεν είχε καταλάβει πως μιλούσε σε ένα άδειο κέλυφος. Όταν έγινα έφηβη, σταμάτησε να μου μιλάει. Μου έγνεφε μα δεν χαμογελούσε. Νομίζω πως με κοιτούσε ανήσυχος. Ήταν σαν να ένιωθε πως κάτι δεν πήγαινε καλά με μένα. Ένα καλοκαίρι, όταν ήμουν φοιτήτρια, ήταν έξω από το σπίτι κι εγώ ετοιμαζόμουν να πάω για μπάνιο. Τον είδα να ρίχνει μια φευγαλέα ματιά στο σώμα μου κι ύστερα να γυρίζει αλλού το κεφάλι. Μπήκα επιδεικτικά στο αυτοκίνητο των φίλων μου. Το αυτοκίνητο τον άφησε πίσω κι εγώ γύρισα και τον κοίταξα πριν χαθεί πίσω από τη στροφή. Αν και είχαν περάσει τόσα χρόνια πάνω του, μου φαινόταν ξανά σαν θαρραλέος εξερευνητής και θα έδινα τα πάντα για να έμενα για λίγο ακόμη μαζί του.  Η παρέα μου έλεγε ανοησίες και ένιωθα τον εαυτό μου να κρύβεται, να συρρικνώνεται, να χάνεται πίσω από τις εξυπνάδες και το ναζιάρικο γέλιο μου.

Οι μέρες περνούν δύσκολα στην καραντίνα που μας φέρνει αντιμέτωπους με τον εαυτό μας. Παρά την απαγόρευση της κυκλοφορίας τα απογεύματα οι έφηβοι μαζεύονται έξω από το σπίτι και κάθονται στο σκαλί του σπιτιού μου. Σαν να διαισθάνονται πως εκεί κάποτε ήταν το κέντρο της κοινότητας κι εκεί πρέπει να ξαναβρεθούν. Δεν με ενοχλούν πια οι φωνές τους και τους λέω ευγενικά να μην αφήνουν σκουπίδια.

Δεν ξέρω γιατί θυμήθηκα τον ταχυδρόμο τώρα στην καραντίνα που προσπαθώ τόσο πολύ να μην πιω. Δεν ξέρω γιατί οι άντρες ναυτικοί έρχονται ξανά και ξανά και κάθονται στις ψάθινες καρέκλες που είχε ο παππούς μου και τώρα βρίσκονται κλειδωμένες στο υπόγειο. Η μητέρα μου τις έχει βάψει και έχει φροντίσει όσα κράτησε από το μαγαζί. Το υπόγειο θυμίζει μικρό λαογραφικό μουσείο μα οι άντρες βγαίνουν από εκεί και έρχονται στο ανακαινισμένο σαλόνι μας.

Ποτέ δεν θα καταλάβω τα μουρμουρητά τους, ούτε θα καταφέρω να τους κοιτάξω στα μάτια. Ποτέ δεν θα γίνω αποδεκτή μέσα στον μικρόκοσμό τους και ποτέ δεν θα μάθω για τα ταξίδια τους. Θα με κοιτάζουν πάντα αυστηρά γιατί διέκοψα τις συζητήσεις τους. Εκείνοι θα καπνίζουν μα αν δουν εμένα να καπνίζω θα μου φερθούν σαν να έκανα το πιο μεγάλο έγκλημα. Θα περιμένουν από μένα σεμνότητα, ήθος και σοβαρότητα. Θα πρέπει επίσης να προσέχω τι φοράω ή τι θα πω, όταν είμαι μπροστά τους για να μην τους αναστατώσω.

Κι όμως τώρα που τα σκέφτομαι όλα αυτά καταλαβαίνω πως τίποτε από όσα ήθελαν ή δεν ήθελαν από εμένα δεν με αφορούσε. Δεν ήθελα ποτέ να είμαι το όμορφο κορίτσι που λικνίζεται μπροστά τους, ούτε η σεμνή κοπέλα που κατεβάζει το κεφάλι για να δείξει υποταγή, ούτε η σύζυγος που τους μαγειρεύει νόστιμα φαγητά, ούτε η ερωμένη που τους συναρπάζει. Εγώ ήθελα μόνο να καθίσω δίπλα τους και να ακούσω τις ιστορίες που έζησαν σε όσα μέρη πήγαν. Ήθελα να με κοιτάξουν σαν ίση και να μου μιλήσουν με ειλικρίνεια.

Έτσι περνούν αυτούς τους μήνες οι μέρες μου παγωμένες στον χρόνο. Σιγά-σιγά καταλαβαίνω πως σε έναν κόσμο γεμάτο καλά και κακά κορίτσια, συζύγους, μητέρες και ερωμένες εγώ δεν μπορούσα να σταματήσω να πίνω γιατί το μόνο που επιθυμούσα ήταν να γίνω κάτι σαν εξερευνητής.