ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ ΤΟΥ

Πέρασε τα περισσότερα καλοκαίρια της ζωής του στην αυλή του σπιτιού της γιαγιάς του. Είχε μια κληματαριά που έκανε την πιο ωραία σκιά. Εκεί έμαθε να κάνει ποδήλατο, εκεί έστηνε τα στρατιωτάκια του κι αργότερα διάβαζε ως φοιτητής. Εκεί έτρωγαν καρπούζι οι γονείς του με κάποιους αγαπημένους φίλους και εκεί τάιζαν τις όποιες γάτες αποφάσιζαν να συντροφεύουν το σπίτι για χρόνια και να γεννούν εκεί τα μικρά τους. Η αυλή με την κληματαριά ήταν πάντα μια ασφαλής σταθερά. Τα τζιτζίκια ήταν το μόνο που ακουγόταν κι όταν περνούσε αραιά και πού κάποιο αυτοκίνητο μέσα στην τόση ομορφιά του χωριού δεν ήταν ενοχλητικό. Η πόρτα ήταν πράσινη κι εμπόδιζε την ασχήμια του κόσμου να μπαίνει στην ψυχή του.

Στην αυλή της γιαγιάς του έπαιζε τώρα η κόρη του με μια λεκάνη νερό και τις κούκλες της. Εκείνο το καλοκαίρι όμως δεν ήταν σαν τα άλλα. Το δεύτερο καλοκαίρι της πανδημίας ο φόβος του κορονοϊού ήταν ένας διαρρήκτης που μπορούσε να εξοντώσει κάθε στιγμή ηρεμίας μας. Όταν ο μανάβης ερχόταν, εκείνος έπρεπε να βάζει αντισηπτικό και πολλές φορές κοντοστάθηκε και αναρωτήθηκε αν έπρεπε να φορέσει μάσκα για να βγει να αγοράσει φρούτα. Η ζέστη ήταν ανυπόφορη. Ξαφνικά οι επιστήμονες που μιλούσαν για την κλιματική αλλαγή περιγράφοντας ένα μέλλον όχι απλώς αβέβαιο αλλά καταστροφικό έγιναν φωνές που είχαν όλοι υποχρέωση να ακούσουν έστω και την τελευταία στιγμή. Σαν να μην έφτανε αυτό πυρκαγιές έκαψαν τεράστιες εκτάσεις του πλανήτη. Οι καπνοί από τις φωτιές που έκαιγαν σε άλλο νομό έφτασαν στην αυλή της γιαγιάς του και εκείνος για δυο μέρες δεν έβγαλε την κόρη του βόλτα γιατί φοβόταν πως τα μικρά ευαίσθητα πνευμόνια της θα εισέπνεαν κάτι αληθινά πολύ βλαβερό.

Κι ύστερα σε κάποια χώρα της Ανατολής οι στρατιωτικές δυνάμεις της Δύσης αποσύρθηκαν και οι φανατικοί που μισούσαν τη Δύση ήταν αποφασισμένοι να κυβερνήσουν σαν αιμοσταγείς μηχανές. Μια εφιαλτική ζωή περίμενε μικρά κορίτσια που θα μπορούσαν να είναι δικά του παιδιά, μια ζωή χωρίς πρόσωπο, χωρίς σχολείο, χωρίς ελευθερία και επιλογές και άρα χωρίς ανθρώπινη υπόσταση. Οι ειδήσεις γέμισαν με εικόνες ανθρώπων που προτίμησαν να κρεμαστούν από ένα αεροπλάνο παρά να μείνουν στα σπίτια τους. Δεν ήξερε πώς αυτή η νίκη των φανατικών θα επηρέαζε άλλους πολέμους ή την ασφάλεια στις χώρες της Δύσης που ήταν ο στόχος τους μα νιώθει κανείς ένα σφίξιμο στο στομάχι όταν το κακό νικά όπου κι αν βρίσκεται. Ο κόσμος θα γέμιζε ξανά πονεμένους πρόσφυγες που θα προκαλούσαν μια αρχική, σοκαρισμένη συμπόνια κι ύστερα θα ξεχνιούνταν, θα δέχονταν βία ή θα ασκούσαν βία και οι άνθρωποι των χωρών που τους φιλοξενούσαν θα έκαναν παθιασμένες πολιτικές συζητήσεις για εκείνους απολαμβάνοντας παγωμένο κρασί σε κολωνάτα ποτήρια.

Εκείνο το καλοκαίρι καθόταν στην αυλή μα δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Η πράσινη πόρτα ήταν κλειστή μα ο κόσμος έμπαινε μέσα σαρωτικός, βίαιος, τρομακτικός, πολύ λυπητερός και γεμάτος πόνο, γεμάτος ενόχους και θύματα, γεμάτος παιδικά δάκρυα, προσευχές, ψεύτικες συγγνώμες, υποκρισία, γεμάτος στιλιζαρισμένες φωτογραφίες από παραλίες και γεμάτος ζωή χωρίς νόημα. Κάτω από την κλιματαριά τα πολύχρωμα μανταλάκια ήταν σαν παραφωνία μέσα στη θλίψη αυτού του καλοκαιριού. Ίσως δεν υπάρχει μεγαλύτερη θλίψη από αυτήν που νιώθει κανείς, όταν συνειδητοποιεί πως καμιά σιδερένια πόρτα δεν μπορεί να εμποδίσει την ασχήμια του κόσμου να μπει στην όμορφη αυλή σου. Όσοι νόμισαν πως τα ξέγνοιαστα καλοκαίρια είναι απόρθητα ήταν πάντα βαθιά, βαθιά νυχτωμένοι.