ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΑ ΠΟΥΛΙΑ ΚΑΙ ΑΡΚΟΥΔΕΣ

Απέναντι από το σπίτι του εκείνο το κυριακάτικο πρωινό θρόιζαν τα φύλλα κάποιων μεγάλων φυλλοβόλων δέντρων. Δεν αγαπούσε τίποτα όσο αυτά τα δέντρα. Πολλές φορές έβλεπε στα κλαδιά τους πουλιά, που ποτέ δεν βλέπεις σε μια πόλη. Πουλιά ασπρόμαυρα με μακριές ουρές, που ένιωθε πως του έφερναν τύχη. Αγαπούσε αυτά τα πουλιά, που βρήκαν ένα όμορφο μέρος να ζήσουν μέσα σε ένα χάος από τσιμέντο. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο αγαπούσε τους ανθρώπους, που πάλευαν να κάνουν κάτι σημαντικό μέσα σε ένα χάος ανούσιων, καθημερινών ανησυχιών και υποχρεώσεων.

Ο κόσμος του φαινόταν καμιά φορά βαρύς κι άκαμπτος σαν τσιμέντο. Οι άνθρωποι σαν καλοκουρδισμένα ρολόγια, σαν εργάτες εργοστασίων ζούσαν τη ζωή τους και ύστερα πέθαιναν συχνά με παράπονα. Είχε ήδη μπει στη μέση ηλικία και ατένιζε τη νεότητά του με νοσταλγία. Σε έναν κόσμο που σου ζητά να είσαι νέος με εμμονή και ανοησία, έπρεπε τώρα να βρει μια νέα θέση, που θα τον έκανε να νιώσει όμορφα.

Του έκαναν εντύπωση πράγματα, που πολλοί άνθρωποι θα προσπερνούσαν αδιάφορα, όπως αυτά τα ασπρόμαυρα πουλιά με τις μεγάλες ουρές. Έτσι θαύμασε πολύ έναν άντρα σε ένα ντοκιμαντέρ, που πέρασε όλη του τη ζωή παρακολουθώντας αρκούδες στον Καναδά και γυρίζοντας ταινίες για αυτές. Ο άντρας αυτός πάλευε για έναν κόσμο, όπου οι άνθρωποι δεν θα σκοτώνουν ζώα, σαν κακομαθημένα παιδιά που θέλουν ακόμη ένα παιχνίδι από το περίπτερο για τη συλλογή τους. Όταν ήταν νέος ο άντρας στο ντοκιμαντέρ, είχε δουλέψει για χρόνια ως οδηγός και βοηθούσε κυνηγούς να σκοτώσουν αρκούδες, που θα στόλιζαν τους τοίχους τους. Ένιωθε άσχημα γι’ αυτά τα χρόνια, μα του είχαν δώσει τόση γνώση και ήταν άλλωστε η πηγή, στην οποία διαμορφώθηκε το όραμά του.

Ο κόσμος είναι κάτι, για το οποίο αξίζει να παλεύει κανείς, σκεφτόταν ξανά και ξανά. Στη προσωπική του διαδρομή έβλεπε τους περισσότερους ανθρώπους να ρουφιούνται σαν από ηλεκτρική σκούπα σε μια ζωή, όπου όλα είναι αυστηρά υπαγορευμένα. Και κάποιοι άλλοι, σαφώς πιο λίγοι, σαν τα ασπρόμαυρα πουλιά έβρισκαν μέσα σε ατέλειωτο τσιμέντο το δικό τους όραμα. Σίγουρα δεν είναι καθόλου εύκολο να περνάς τα καλοκαίρι σου στην ερημιά και οι συναντήσεις με αρκούδες ενέχουν κινδύνους. Η μοναξιά, που έχει ο άνθρωπος που ονειρεύεται, είναι πολλές φορές εκνευριστική ή και επώδυνη. Η ματαίωση είναι σαν ένα κρύο, που δεν τελειώνει. Μα ο άντρας στο ντοκιμαντέρ ήταν ευτυχισμένος, γιατί ήθελε να κάνει κάτι για αυτόν τον κόσμο.

Δεν αγαπούσε τίποτα όσο τα μεγάλα φυλλοβόλα δέντρα, που έβλεπε από το μπαλκόνι του. Ναι, η νεότητα ήταν πίσω του, μα ένας καλύτερος κόσμος είναι κάτι, για το οποίο αξίζει να παλεύει κανείς. Αν κάτι σε κρατάει νέο, δεν είναι τα φίλτρα στις φωτογραφίες και οι κρέμες, ούτε τα ρούχα που φορούν οι έφηβοι. Μόνο η καρδιά σου μπορεί να σε κρατήσει νέο, η ευτυχία όταν συνεχίζεις να ονειρεύεσαι. Μόνο το προσωπικό όραμα σε κάνει να βλέπεις μπροστά, όπως κι η αίσθηση ότι οφείλεις όσα έμαθες στη νεότητά σου να γίνουν κάτι χρήσιμο σε αυτή τη ζωή, κάτι για τους επόμενους.