ΦΤΕΡΟ ΣΤΟΝ ΑΝΕΜΟ

Εκείνες τις ημέρες του Ιανουαρίου του 2022 φορούσαν οι περισσότεροι σκουφιά και μάσκες. Μπορεί να έβλεπες στον δρόμο τον ίδιο σου τον πατέρα και να μην τον αναγνώριζες. Εγώ γύριζα από τη δουλειά στενοχωρημένος. Το αφεντικό μου είχε αρρωστήσει στην πόλη όπου πήγε να περάσει τις γιορτές. Δεν ήξερα τι είχε συμβεί. Η γυναίκα του τηλεφώνησε το προηγούμενο βράδυ και μου είπε να πάω εγώ να ανοίξω το βιβλιοπωλείο. Ήταν απρόθυμη να πει περισσότερα κι άλλωστε πάντα πίστευα πως δεν με συμπαθούσε. Έπρεπε να μείνω στην αβεβαιότητα κι αυτό είναι κάτι, για το οποίο συνήθως δεν είμαστε εκπαιδευμένοι.

Αυτή η ημέρα που πέρασα χωρίς εκείνον ήταν δύσκολη για μένα μα αυτό δεν είχε σημασία. Σημασία είχε η δική του υγεία. Είμαι άνθρωπος υπερβολικά εγωκεντρικός και μου φάνηκε σαν θαύμα που ξαφνικά οι δικές μου ανάγκες είχαν σχεδόν εξαφανιστεί ή μου φαίνονταν αμελητέες. Είχα συνηθίσει να βασίζομαι σε εκείνον, ήταν αρκετά μεγαλύτερος και έδειχνε ότι μπορούσε να αντιμετωπίσει σχεδόν τα πάντα, κυρίως λόγω της ευφυίας και της υπομονής του. Τίποτα δεν τον σόκαρε και όταν εγώ ήμουν πολύ αγχωμένος με κάτι, γελούσε ή με κοιτούσε σαν να μην καταλαβαίνει προς τι ξαφνικά τόση φασαρία. Είμαι επίσης άτομο δραματικό και πολύ έχω μετανιώσει που δεν έγινα ηθοποιός. Δεν είναι τυχαίο που διάλεξα να βρίσκομαι καθημερινά ανάμεσα σε μυθιστορήματα. Έχω τη δυστυχή τάση να βλέπω τη ζωή μου σαν μυθιστόρημα κι αυτό με έχει δυσκολέψει πολύ. Πολύ συχνά νιώθω συνεπαρμένος με κάτι ή κάποιον μα από την άλλη στη ζωή δεν επικρατεί η τάξη που προσπαθεί να βάλει στο χάος των ανθρώπων το μυαλό ενός καλού συγγραφέα.

Εκείνη τη μέρα στο βιβλιοπωλείο ήταν σαν να βρισκόμουν στη μέση ενός μυθιστορήματος και ξαφνικά η επόμενη σελίδα να ήταν λευκή. Ποια θα ήταν η συνέχεια άραγε; Θα γύριζε ξεκούραστος και θα γελούσε με τον πανικό μου ή καταβεβλημένος θα με κοιτούσε βουβά; Στην εποχή της πανδημίας ο θάνατος ήταν στα κεφάλια όλων. Όταν αρρώσταινε κάποιος, αναρωτιόσουν αν θα τον ξαναδείς. Κι αν πέθαινε, αν έμενα χωρίς δουλειά, χωρίς σπίτι, χωρίς κουράγιο; Αν κατέρρεαν ξαφνικά όσα είχα καταφέρει την τελευταία δεκαετία με πολύ κόπο να αποκτήσω; Πολλά καταστροφικά σενάρια ξετυλίγονταν στο μυαλό μου μα δεν υπάρχει τίποτα πιο ανόητο να κάνει κανείς την ώρα που ζει μια δύσκολη στιγμή. Προσπαθούσα με κόπο να υπενθυμίζω στον εαυτό μου πως το θέμα εκείνη την ώρα δεν ήμουν εγώ, μα το αφεντικό μου. Όταν κάποιος σε προστάτεψε κάποτε και ήταν πιο δυνατός από σένα, νομίζεις πως υποχρεούται να το κάνει για πάντα. Κι έτσι ενώ ένιωθα τεράστια ευγνωμοσύνη για ό,τι είχε κάνει για μένα ξαφνικά με τρόμο άρχισα να νιώθω θυμό. Πώς ήταν δυνατόν να με εγκαταλείπει; Πώς τόλμησε να μην σκεφτεί εμένα, το βιβλιοπωλείο, τα σχέδια που είχαμε κάνει για τη χρονιά και να αρρωστήσει ξαφνικά; Όταν συνειδητοποίησα πως ένιωσα θυμό, πάγωσα γιατί για πρώτη φορά κατάλαβα βαθιά πόσο εγωιστική και ποταπή είναι η ανθρώπινη φύση. Μα τότε θυμήθηκα μια συζήτηση που είχαμε κάνει κάποτε για την αγάπη.

“Εγώ δεν πιστεύω στην αγάπη”, μου είχε πει με τη βαριά, σοβαρή του φωνή. “Όταν κάποιος δηλώνει πως αγαπάει κάποιον, συνήθως κάτι περιμένει από αυτόν”.

Είχα διαφωνήσει γιατί πιστεύω πολύ στην αγάπη. Όταν ήμουν νεότερος, ντρεπόμουν να λέω πόσα πράγματα αγαπούσα μιας και στους άντρες κάτι τέτοιο δεν είναι πολύ αποδεκτό. Τώρα δεν με πειράζει να λέω πως αγαπώ. Και ήθελα εκείνη τη στιγμή να του πω πως τον αγαπούσα πολύ σαν πατέρα ή σαν τον καλύτερό μου φίλο, μα δεν το είπα.

“Μα πως γίνεται, εσύ που ζεις με τόση αγάπη να μην πιστεύεις στην αγάπη;”, τον ρώτησα. Αλλά δεν επέμενα. Πάντοτε τον θεωρούσα ένα ιδιαίτερα παράδοξο άτομο κι αυτό ήταν που μου άρεσε τόσο σε εκείνον.

Οπότε, ο θυμός μου πέρασε γρήγορα γιατί δεν ήθελα να επιβεβαιώσω τη θεωρία του. Δεν ήθελα να αποδειχθεί πως η ευγνωμοσύνη που με τόσα λόγια είχα εκφράσει ήταν ένα ψέμα. Δεν ήθελα πλέον να περιμένω τίποτα από εκείνον. Δεν με ενδιέφερε καθόλου το να ανατρέψω τη δική του θεωρία περί αγάπης, ξέρω πως βασιζόταν σε μεγάλες αλήθειες. Ήταν, όμως, θέμα αρχής. Θα μισούσα τον εαυτό μου αν στεκόμουν κατώτερος των όσων είχα κατά καιρούς πει.

Έτσι, λοιπόν, εκείνη την ημέρα του Ιανουαρίου του 2022 τριγύριζα μόνος μου μέσα σε μια άδεια σελίδα. Ήταν τρομακτικό μα και ταυτόχρονα απελευθερωτικό. Τα σχέδια που κάνουμε είναι πάντα φτερά στον άνεμο. Αν η πανδημία πρόσφερε κάτι στην ανθρωπότητα, είναι ότι εξασκήθηκε κάπως στο να ζει με την αίσθηση πως τίποτα δεν είναι σίγουρο. Γιατί τίποτα ποτέ δεν ήταν σίγουρο για τους ανθρώπους.

Η συνέχεια του μυθιστορήματος που νόμιζα πως ήταν η ζωή μου ήταν άγνωστη. Θα μπορούσε να γίνει ξαφνικά πολύ δραματική ή κωμική, να νιώσω τον απόλυτο πόνο ή να νιώσω απόλυτα ηλίθιος ή τελικά μπορεί και να τα κατάφερνα σε κάθε περίπτωση. Το μόνο σίγουρο ήταν πως ο συγγραφέας έπρεπε να κάνει ένα διάλειμμα για να ξεκουραστεί.

“Δεν είμαστε καθόλου εκπαιδευμένοι στην αβεβαιότητα”, έλεγα ξανά και ξανά μέσα από τα δόντια μου καλυμμένος με τον σκούφο και τη μάσκα μου. Μια γυναίκα με μπλε παλτό και μαλλιά μέχρι τον ώμο στο χρώμα του μελιού γύρισε και με κοίταξε παραξενεμένη. Ήταν μελαγχολική και θα έδινα όρκο πως σκεφτόταν αυτά που σκεφτόμουν εγώ. Εκείνη την περίοδο όλο και κάποιος δικός σου ήταν άρρωστος. Της χαμογέλασα αυθόρμητα μα δεν φάνηκε μέσα από τη μάσκα. Ευτυχώς, γιατί μετά ένιωσα πως ήταν ανάρμοστο. Την προσπέρασα και άρχισα να περπατώ γρήγορα σαν να βιαζόμουν. Το να βιάζομαι εκείνο το απόγευμα του Ιανουαρίου του 2022 ήταν κάτι εντελώς αδιάφορο στα όσα συνέβαιναν. Έτσι περπατούσα γρήγορα σαν φτερό στο άνεμο που ακόμη δεν έχει καταλάβει πως θα βρεθεί όπου θέλει ο άνεμος.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *