ΓΕΝΕΘΛΙΑ

Πλησίαζαν τα γενέθλιά του και εκείνος ακίνητος παρατηρούσε την αυλή των παιδικών του χρόνων. Τα φυλλώματα της λεμονιάς, της μανταρινιάς και μιας βερικοκιάς, που φύτρωσε μετά, ενώνονταν και δημιουργούσαν μια πράσινη συμμαχία. Η βερικοκιά φύτρωσε από ένα κουκούτσι που πετάχτηκε χωρίς σκέψη. Αν συνειδητοποιούσε κανείς το μεγαλείο της φύσης, θα φερόταν με μεγαλύτερο σεβασμό ακόμη και σε ένα μυρμήγκι.

Από παιδί του άρεσε να παρατηρεί τα μυρμήγκια. Είναι πολύ προσηλωμένα σε κάποιο στόχο και δείχνουν ακούραστα. Σχηματίζουν στρατούς μα όλο και κάποιο πιο θαρραλέο θα σκαρφαλώσει σε κάποιο ανθρώπινο πόδι σαν πρωτοπόρος εξερευνητής που αποφάσισε πως ο κόσμος δεν είναι μόνο φαγητό και υπάρχουν κι άλλα που πρέπει να ανακαλυφθούν.

Κοιτάζοντας ένα μικρό κύπελο με καφέ αναρωτήθηκε πόσους καφέδες ήπιε στο πρώτο μισό της ζωής του, πόσα χιλιόμετρα διένυσε περπατώντας και πόσους αγενείς ανθρώπους έπρεπε να πείσει τον εαυτό του πως θα ήταν καλύτερο να αγνοήσει.

«Τίποτα δεν πρέπει να παίρνει κανείς πολύ στα σοβαρά» ήταν σαν του έλεγε το κουκούλι ενός τζιτζικιού που είχε απομείνει πάνω στα φύλλα ενός κρίνου. Το τζιτζίκι κάπου θα τραγουδούσε αμέριμνο, έτοιμο να πεθάνει το ίδιο καλοκαίρι. Έξω από το σπίτι του το κινητό κάποιου έφηβου έπαιζε κάτι που έμοιαζε με μουσική μα ήταν απλώς μια ενόχληση. Θυμήθηκε τους εφήβους της εποχής του και τον τρόμο στα μάτια των ενηλίκων για τη μουσική που άκουγαν. Όποιος φοβάται τους εφήβους, φοβάται την αλλαγή, την επανάσταση, τη μεταμόρφωση. Σαν τα τζιτζίκια οι έφηβοι έξω από το σπίτι του σε λίγο θα άφηναν του κουκούλι τους κι ευχήθηκε μέσα του να γίνουν ενήλικες πιο ευτυχισμένοι από αυτούς της γενιάς του.

Η αυλή ήταν ασκούπιστη, θα ήταν κάτι αδιανόητο για τη μητέρα του ή τη γιαγιά του, που έπρεπε επιμελώς κάθε πρωί να επιβάλουν την τάξη στο μικρό τους βασίλειο. Κι όμως, τα κίτρινα φύλλα της βερικοκιάς και τα φούξια άνθη της βοκαμβίλιας έδιναν στην αυλή αταξία και χρώμα. Εξέφραζαν τη φθορά και ταυτόχρονα το θάρρος να είσαι παράταιρος.

Κάποια στιγμή σαν να είδε τον εαυτό του παιδί να παρατηρεί με ενδιαφέρον τα μυρμήγκια. Δεν τόλμησε να τον ενοχλήσει. Καλύτερα να μην ξέρει πόσα χιλιόμετρα θα περπατήσει και πόσους αγενείς ανθρώπους θα πρέπει να πείσει τον εαυτό του πως είναι καλύτερο να αγνοήσει. Η θολή εικόνα του αγοριού διαλύθηκε γρήγορα. Έμειναν μόνο τα κίτρινα, πεσμένα φύλλα και το θάρρος τους να είναι παράταιρα. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ένα τολμηρό μυρμήγκι περπάτησε στο χέρι του. Ήταν σαν όλα να του έλεγαν πως το μόνο που χρειάζεται για την υπόλοιπη ζωή του είναι το θάρρος.