Author Archive

Ημερίδα “Συνομιλώντας για τη Μητρότητα”

«ΣΥΝΟΜΙΛΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΗΤΡΟΤΗΤΑ»


Σας προσκαλούμε στην ημερίδα που διοργανώνει ο Δήμος Νέας Σμύρνης με αφορμή το βιβλίο μας, «Μητρότητα, η δύναμη στην αδυναμία» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις «Τόπος», το Σάββατο 30.03.2019 11.00-14.00 στην Αίθουσα Δημοτικού Συμβουλίου, 2ας Μαϊου 8, Κεντρική Πλατεία Νέας Σμύρνης. (Πληροφορίες: Γραφείο Παιδείας Δήμου Νέας Σμύρνης, Ελ. Βενιζέλου 16, 2132025831 – 914 – 911)

Θα προβληματιστούμε για το τι σημαίνει να είσαι μητέρα σήμερα. Ποιο είναι το βάρος και ποια τα δώρα που φέρνει αυτός ο ρόλος; Και ο σοβαρότατος ρόλος του πατέρα; Πώς μπορεί ο πατέρας να υποστηριχτεί από τη μητέρα και πώς να την υποστηρίξει; Πώς νιώθει μια μητέρα απέναντι στη δυσκολία του παιδιού της; Πόσο επιρρεπείς είναι οι μητέρες στην ενοχή και στην ανάγκη για έλεγχο; Πώς θα καταφέρουμε να επιτελέσουμε τον σκοπό μας, να κάνουμε δηλαδή τα παιδιά μας αυτόνομα; Τέλος, πόσο μόνη είναι η σύγχρονη μητέρα και πόσο αναγκαίο είναι το δίκτυο γυναικών σήμερα, την εποχή που η λοχεία περνιέται στα διαμερίσματα χωρίς υποστήριξη; Πώς θα περάσουμε από την εποχή της απομόνωσης στην εποχή της συνεργασίας; Ελάτε να συνομιλήσουμε για τη μητρότητα. Όταν μια κοινωνία υποστηρίζει τους νέους γονείς, επενδύει στη δημιουργία σωστών πολιτών.

Γεωργία Τσούμπα-Κατερίνα Τζωρτζακάκη, ψυχολόγοι-συγγραφείς

ΕΠΙΛΕΓΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΝΕΟ ΑΝΘΡΩΠΟ

ΕΠΙΛΕΓΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΝΕΟ ΑΝΘΡΩΠΟ

«Μα σε τι εποχές ζούμε! Πώς γίναμε έτσι; Πού πάει η ανθρωπότητα;», λέμε πολλές φορές αγανακτισμένοι, απορημένοι, κυρίως φοβισμένοι. Όταν πέφτουμε από τα σύννεφα για την ηθική κατάπτωση του σημερινού ανθρώπου μάλλον ξεχνάμε ή αγνοούμε εντελώς πως παλιότερα τα πράγματα δεν ήταν καθόλου καλύτερα. Δεν σκεφτόμαστε πόσο φτωχά, βίαια ή καταπιεσμένα ζούσαν οι περισσότεροι άνθρωποι τους προηγούμενους αιώνες. Τις φρικαλεότητες του Μεσαίωνα, για παράδειγμα. Ή τους ατέλειωτους πολέμους των αρχαίων χρόνων. Ή τις αιματηρές λαϊκές επαναστάσεις.  Οι θηριωδίες των αλλοτινών εποχών μπορεί στα μάτια μας να φαντάζουν σήμερα λογοτεχνικές, να αποστασιοποιούμαστε από αυτές μα πρέπει από αυτές να μαθαίνουμε. Η ανθρωπότητα μάλλον εξελίσσεται όχι σε ευθεία πορεία και συχνά η Ιστορία παίρνει τρομακτικές τροπές. Ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος ήταν για παράδειγμα ένα αποκορύφωμα φρίκης και ασύλληπτου τρόμου, που έδειξε πόσο ανελέητη μπορεί να γίνει η φύση του απλού, καθημερινού ανθρώπου, η φύση ενός λαού ολόκληρου υπό συγκεκριμένες συνθήκες.

Ακόμη και σήμερα σε πολλά μέρη του κόσμου υπάρχει βία, πόλεμος, φτώχεια. Στον δυτικό κόσμο δεν έχουμε σκλάβους, όπως είχαν στην Αρχαία Ελλάδα, τη Ρώμη ή στις ΗΠΑ από την ίδρυσή τους ως το 1856 , όμως είναι γεγονός πως τα περισσότερα σημερινά δημοφιλή καταστήματα προσφέρουν  σε εμάς και τα παιδιά μας ρούχα που έχουν φτιαχτεί από δύστυχα παιδιά ή ταλαιπωρημένους ενήλικες σε τριτοκοσμικές χώρες, που πληρώνονται ελάχιστα για εργασία σε άθλιες συνθήκες. Σε πάρα πολλές χώρες του κόσμου δεν αναγνωρίζονται δικαιώματα στις γυναίκες, παιδιά πεθαίνουν από πείνα κι εμείς στον δυτικό κόσμο γράφουμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πόσο μας σοκάρουν οι γάμοι ανηλίκων ή οι βιασμοί και πόσο οργιζόμαστε με την αδικία για να φωτογραφίσουμε την επόμενη ώρα τα φαγητά μας, τις ευτυχισμένες μας στιγμές και τις επιτυχίες μας, τα χαμογελαστά παιδιά μας, τις εκδρομές μας ή το καινούριο μας κούρεμα. Ή ανταλλάσουμε λόγια μίσους με αγνώστους υπερασπιζόμενοι αξίες, όπως η ελευθερία του λόγου, η πατρίδα, η ισότητα. Με άλλα λόγια, ναι, η εποχή μας απέχει πολύ από το ιδανικό, όπως όλες. Γιατί οι ανθρώπινες κοινωνίες είναι ατελείς, επειδή αποτελούνται από ατελείς ανθρώπους. Όμως, είναι σημαντικό να δούμε σε αυτή τη νέα εποχή τι έχει κατακτήσει ο άνθρωπος και πώς μπορεί να το αξιοποιήσει για να κάνει ένα βήμα μπροστά.

Μιλώντας για τη δική μας χώρα είναι γεγονός πως η κοινωνία αναγνωρίζει πλέον δικαιώματα στα μέλη της. Αξίζει να διαβάσει κανείς διηγήματα του Παπαδιαμάντη για να δει πως στην εποχή του στην ελληνική επαρχία οι γυναίκες ήταν αναγκασμένες να ζουν δυστυχισμένες σε γάμους από τους οποίους δεν μπορούσαν να ξεφύγουν, ένα άτομο με αναπηρία ήταν ο περίγελος του χωριού, ένα παιδί που το έλεγαν νόθο εκφοβιζόταν από τους συνομηλίκους του και ολόκληρη την κοινωνία και διάλεγε την απομόνωση. Δεν θα πω πως η σημερινή κοινωνία δεν είναι σε μεγάλο βαθμό υποκριτική. Τα άτομα με αναπηρία δεν έχουν τον σεβασμό που θα έπρεπε και τα τελευταία χρόνια ακούσαμε για ιστορίες εκφοβισμού, που κατέληξαν σε δολοφονίες ή αυτοκτονίες. Όμως, είμαστε πιο ανοιχτοί. Δεχόμαστε, έστω και θεωρητικά, πως πρέπει να χτίζουμε την κοινωνία μας πάνω στον σεβασμό του ενός για τον άλλον. Δεν λιθοβολούμε τον διαφορετικό, ούτε τον εξοστρακίζουμε. Μιλάω φυσικά για μια γενική τάση, όπως την εκλαμβάνω εγώ, και δεν εννοώ πως δεν υπάρχουν ακόμη πολλά γεγονότα ρατσισμού ή βίας απέναντι στο διαφορετικό.

Ίσως η μεγαλύτερη αλλαγή στην κοινωνία μας είναι η θέση των ανηλίκων. Μέχρι και αρκετές δεκαετίες πριν στην Ελλάδα τα παιδιά αντιμετωπίζονταν ως μικροί μεγάλοι, εργάζονταν σκληρά στα χωράφια ή στα σπίτια, δεν είχαν πάντα τη δυνατότητα να μορφωθούν, έπρεπε να σέβονται και να υπακούν τυφλά γονείς και δασκάλους, οι οποίοι ασκούσαν κυρίως σωματική τιμωρία με απουσία διαλόγου. Ύστερα τα χρόνια πέρασαν και τα παιδιά απέκτησαν δικαιώματα, όμως πολλές φορές όταν αντιμετώπιζαν προβλήματα μαθησιακής ή ψυχολογικής φύσης, αυτό έπρεπε να μένει μυστικό, ήταν ντροπή να συζητείται και πολλές φορές οι γονείς δεν επισκέπτονταν καν ειδικό γιατί δεν άντεχαν να δεχτούν πως το παιδί τους «έχει πρόβλημα». Σήμερα αυτό συμβαίνει σε αρκετά μικρότερο βαθμό και οι γονείς είναι πολύ πιο ανοιχτοί στο να ενημερωθούν, να λάβουν συμβουλές και διαγνώσεις από τους ειδικούς, να μοιραστούν τις όποιες δυσκολίες των παιδιών τους με άλλους.

Αντίστοιχα, το να κάνει κάποιος ψυχοθεραπεία σήμερα δεν θεωρείται ντροπή, έχω μάλιστα την αίσθηση πως πολύ μεγάλος αριθμός ανθρώπων, που έχουν τα προς το ζην, επισκέπτεται ψυχολόγους και το δηλώνει ελεύθερα, ίσως και με περηφάνια, αναγνωρίζοντας συνήθως πώς βοηθήθηκε από τη διαδικασία.

Οπότε συνοψίζοντας ζούμε σε μια κοινωνία, η οποία κατά πλειοψηφία μάλλον επιθυμεί τον σεβασμό στο διαφορετικό, αναγνωρίζει στα παιδιά το δικαίωμα σε μια ανθρώπινη διαπαιδαγώγηση και στη μόρφωση και οι άνθρωποι είναι πιο ανοιχτοί στην αυτογνωσία από ό,τι στο παρελθόν. Θα καταφέρουμε να χρησιμοποιήσουμε αυτά τα τρία στοιχεία ώστε να γίνουμε καλύτεροι εν γένει άνθρωποι; Ώστε να μεγαλώσουμε παιδιά, που θα γίνουν καλύτεροι πολίτες και θα έχουν περισσότερη χαρά; Σίγουρα δεν είναι καθόλου εύκολο. Οι οικογένειες μερικές φορές δίνουν την αίσθηση πως δεν μεγαλώνουν παιδιά μα μικρούς βασιλιάδες, που καταλήγουν ανικανοποίητοι τύραννοι. Και ο ψηφιακός κόσμος απειλεί να αφανίσει τις αληθινές σχέσεις και εν τέλει την ειλικρίνεια στην εικόνα που παρουσιάζουμε στους έξω. Μπορεί ωστόσο ταυτόχρονα να χρησιμοποιείται για διάδοση πολιτισμού και ταχύτατη οργάνωση ανθρωπιστικών δράσεων.

Είναι ένα στοίχημα το πώς θα δημιουργήσουμε τελικά τον νέο άνθρωπο. Θα είναι ένας άνθρωπος πιο συνειδητοποιημένος, με περισσότερη αυτογνωσία και πιο ανοιχτός στο να δει τα λάθη του και να σεβαστεί τον διπλανό του; Ο νέος γονιός έχοντας δίπλα του σε τέτοιο βαθμό την επιστήμη της Ψυχολογίας θα είναι όντως ένας γονιός αληθινά κοντά στο παιδί του,  θα το προετοιμάσει σωστά για τη ζωή; Οι αυριανοί πολίτες θα κάνουν τα λάθη των προηγούμενων γενιών ή θα έχουν επωφεληθεί ουσιαστικά από την πιο ανοιχτή κοινωνία στην οποία θα ζήσουν; Η πόλωση που ήδη απειλεί την κοινωνική συνοχή σήμερα θα εξελιχθεί σε μεγάλη βία ή τελικά θα υποχωρήσει;

Ένα είναι σίγουρο. Για να υπάρξει βελτίωση, χρειάζονται αλλαγές και βελτιώσεις στο εκπαιδευτικό σύστημα και στις οικογενειακές πρακτικές. Αλλαγές και βελτιώσεις, που θα υποστηρίξουν τόσο οι γονείς, όσο και οι εκπαιδευτικοί, αλλαγές στον εαυτό μας για τις οποίες θα πρέπει τελικά να παλέψει ο καθένας μας ξεχωριστά. Οι αλλαγές ίσως στο μέλλον να μην έρθουν με μεγάλες επαναστάσεις μα με την ατομική μας και τον αγώνα των μικρών συλλογικοτήτων. Είναι σαφές πια πως μόνο τον εαυτό του μπορεί να αλλάξει κανείς και μεγάλο καλό μπορεί να γίνεται από ομάδες με συνοχή, όνειρα και πίστη.

Πάνω από όλα χρειάζεται να καταλάβουμε ενήλικες και ανήλικοι την έννοια της ευθύνης. Της δικής μας ευθύνης απέναντι  στον εαυτό μας και τους γύρω τους, απέναντι τελικά στην ίδια μας τη μοίρα. Κάποιοι έχουμε αποκτήσει τα δικαιώματα που χρειαζόμαστε για να είμαστε πιο ευτυχείς μα για να τα χειριστούμε σωστά πρέπει να τα χρησιμοποιήσουμε με σωστά όρια και λιγότερο εγωισμό. Κι έτσι ίσως εμείς, οι άνθρωποι των αρχών του 21ου αιώνα, ίσως κερδίσουμε το στοίχημα. Ίσως γίνουμε εμείς και τα παιδιά μας έστω λίγο και καλύτεροι άνθρωποι.

Ο ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΣΗΜΕΡΙΝΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ

Ο ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΡΟΦΗ
ΤΩΝ ΣΗΜΕΡΙΝΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ
κάποιες σκέψεις με αφορμή τις γιορτές
Τα Χριστούγεννα θεωρούνται περίοδος χαράς. Η απαίτηση να είμαστε οπωσδήποτε ευτυχισμένοι, αγαπημένοι τις γιορτές, να διασκεδάζουμε, να πίνουμε και να τρώμε πλουσιοπάροχα και με οικογενειακή γαλήνη για πολλούς ανθρώπους είναι ιδιαίτερα πιεστική. Οι απώλειες, οι ελλείψεις, τα προβλήματα, η μοναξιά γίνονται ασήκωτα, όταν συγκρίνονται με τις ιδανικές εικόνες που προβάλλονται στις διαφημίσεις. Για εμένα τα Χριστούγεννα είχαν πάντα και δόση μελαγχολίας.

Δεν θα σταματήσω ποτέ να απορώ πώς οι άνθρωποι κατάφεραν να ξεκινήσουν από μια ιστορία ταπεινότητας σε μια φάτνη, μια ιστορία που είναι ωδή στην απλότητα και να καταλήξουν σε τόσο γεμάτα στομάχια, τόσο γεμάτα πολυκαταστήματα, τόσο γεμάτες σακούλες, τόσα φωτάκια, τόση υπερβολή δηλώνοντας ταυτόχρονα πως γιορτάζουν και τιμούν αυτήν την πρώτη συγκινητική ιστορία του κατατρεγμένου μωρού που γεννήθηκε σε μια σπηλιά με τη βοήθεια μόνο ενός φωτεινού αστεριού. Η εικόνα μωρών σε αγκαλιές γυναικών που επαιτούν στους γιορτινούς δρόμους είναι για μένα μια σκληρή υπενθύμιση του πόσο εύκολα ξεχνάμε πολλές φορές τι πιστεύουμε, τι γιορτάζουμε, τι τιμούμε και πόσο εύκολα παρασυρόμαστε από τη φευγαλέα χαρά της κατανάλωσης γεμίζοντας με αυτόν τον τρόπο πολλές φορές απλώς για λίγο τα κενά μας. Αυτό είναι φυσικά μια καθαρά προσωπική αίσθηση και σίγουρα σέβομαι την ανάγκη που όλοι έχουμε για ένα διάλειμμα από την καθημερινότητα, την ανάγκη να ξεχαστούμε έστω και για λίγο από τις έγνοιες μας, να περάσουμε όμορφα με τα αγαπημένα μας πρόσωπα.

Τι συμβαίνει, όμως, με τους σημερινούς νέους γονείς και τα σημερινά παιδιά, που σε λίγο θα γεμίσουν δώρα; Για αυτά τα παιδιά που μεγαλώνουν μέσα σε σωρεία παιχνιδιών και αναψυχής για να βγουν σε λίγο σε μια ζωή με ίσως πολύ μεγαλύτερα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα, από αυτά που συνάντησαν οι γονείς τους; Είναι γεγονός πως η παιδική βιομηχανία ανθεί σε κάθε πλευρά της. Παιδικά παιχνίδια, παιδικά βιβλία, παιδικά εργαστήρια, παιδικά ρούχα, παιδικά θεατρικά έργα, παιδικές δραστηριότητες. Σε μια εποχή όπου ο κατώτατος μισθός είναι πραγματικά πολύ χαμηλός είναι λες και όλοι και όλα προσπαθούν ασταμάτητα να δώσουν στα παιδιά της εποχής μας υπέρμετρη χαρά. Σίγουρα κάθε ερέθισμα για τα παιδιά, κάθε χαρά είναι κάτι επιθυμητό, αρκεί να υπάρχει μέτρο. Όταν κάτι δίνεται με υπερβολή, σταματάμε να το εκτιμάμε και καταλήγει να μας είναι αδιάφορο ή πνιγηρό. Φοβάμαι πως μέσα σε αυτόν τον καταιγισμό της σημερινής προσπάθειας για παιδική ευτυχία, το σύγχρονο παιδί χάνει τη δυνατότητα να ζει απλές, αληθινές όμορφες στιγμές χωρίς φτιασιδώματα, στιγμές με αγάπη, φίλους, συζήτηση, φύση, αυθόρμητο παιχνίδι.

Αυτό το ίδιο παιδί θα κληθεί αύριο να ζήσει σε έναν κόσμο γεμάτο ματαίωση, διάψευση ονείρων, πολύ πιθανόν με ανεργία και οικονομικές στερήσεις. Ακόμη κι αν η οικονομική κρίση ξεπεραστεί, είναι βέβαιο πως δεν θα του λένε συνεχώς όλοι οι άνθρωποι που θα συναντήσει «ναι» και «πάρε». Δεν θα γνωρίσει μόνο τη διασκέδαση ή μόνο τη χαρά. Θα πρέπει να αναλάβει ευθύνες, να ξέρει να συνεργάζεται, να μπορεί να αντέχει να μην έχει κάτι που θα επιθυμεί μια δεδομένη στιγμή. Δεν θα αρνηθώ πως όταν παρέχουμε κάτι στα παιδιά μας, το κάνουμε για να δούμε στα μάτια τους τη χαρά. Είναι αυτή για εμάς η μεγαλύτερη πλήρωση. Όμως, ένα από τα καθήκοντά μας είναι να τα προετοιμάζουμε για τη ζωή που θα ζήσουν ως ενήλικες. Είναι καθήκον μας να τους επιτρέπουμε να βιώσουν τη ματαίωση, όταν είναι να τη βιώσουν. Είναι καθήκον μας να λέμε «όχι» σε μια παράλογη απαίτησή τους και να μην τα πνίγουμε στα υλικά αγαθά μαθαίνοντάς τους έτσι να ζουν μέσα από αυτά.

Νιώθω πως τα σημερινά παιδιά χρειάζονται μια πιο ρεαλιστική ανατροφή πολύ περισσότερο από οτιδήποτε υλικό, που μπορούμε πιο εύκολα πολλές φορές και ανώδυνα να τους παρέχουμε. Μια ρεαλιστική ανατροφή σημαίνει μια ανατροφή με μέτρο, χωρίς υπερβολές, με απλότητα, που θα τα προετοιμάσει για τη ζωή, θα τα κάνει υπεύθυνους, σωστούς ενήλικες. Θα τα κάνει πολίτες, που δεν θα φοβούνται τις ευθύνες, που δεν θα είναι εγωιστές, που θα σέβονται τους γύρω τους. Για να γίνει κάτι τέτοιο χρειάζεται να είμαστε κι εμείς οι ίδιοι πειθαρχημένοι, να δίνουμε το σωστό παράδειγμα. Θα πρέπει εμείς οι ίδιοι να μην φοβόμαστε τη ματαίωση, να μαθαίνουμε από τη δυσκολία, να βρίσκουμε ευκαιρίες στις κρίσεις, να είμαστε σε επαφή με τα συναισθήματά μας. Κυρίως να μην φοβόμαστε τον θυμό τους ή την απογοήτευσή τους στην παράλογη απαίτηση, να βάζουμε όρια. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως όταν τα όρια συνοδεύονται από αγάπη και ενσυναίσθηση, είναι το καλύτερο δώρο που μπορούμε να κάνουμε τόσο στα παιδιά μας όσο και στον εαυτό μας.

ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΤΥΧΙΑΣ ΣΤΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΤΥΧΙΑΣ
ΣΤΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ
Την Παρασκευή στις 12/10 παρουσιάσαμε στο συνέδριο του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, «Οι Τέχνες στο Ελληνικό Σχολείο», μία πρόταση με τη θεατρολόγο, Αναστασία Σιαχάμη. Πώς μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην τάξη ιστορίες που μιλούν για θέματα δύσκολα που συνήθως αποφεύγουμε; Για τα συναισθήματα (χαρά, λύπη, θυμός, φόβος), για τον αποχωρισμό, την αποτυχία, την αίσθηση αδυναμίας και κατ’ επέκταση αναπηρία, τη διαφορετικότητα, τη μοναξιά; Μα γιατί να μιλήσουμε στα παιδιά για αυτά τα θέματα, θα ρωτήσετε πολλοί. Δεν πρέπει να τα προστατέψουμε από αυτά, να μην τα στενοχωρήσουμε; Δυστυχώς, τόσο οι γονείς όσο και οι εκπαιδευτικοί δεν μπορούμε να προστατέψουμε τα παιδιά από τις αναπόφευκτες αλήθειες της ζωής που κάποια στιγμή θα συναντήσουν ή έχουν ήδη συναντήσει και δεν το έχουμε καταλάβει.

Η αποφυγή των ερωτήσεων γεννά κι άλλα ερωτήματα και δαιμονοποιεί τελικά την ίδια τη ζωή. Όλοι μας νιώθουμε χαρά, θυμό, λύπη, φόβο. Όλοι κάποια στιγμή νιώθουμε μόνοι. Όλοι είμαστε διαφορετικοί. Όλοι κάποια στιγμή είμαστε σωματικά ή ψυχικά αδύναμοι. Όλοι κάποια στιγμή αποτυγχάνουμε. Όλοι βιώνουμε την απώλεια και μικρούς ή μεγάλους αποχωρισμούς. Όταν αποδεχόμαστε, αυτές τις αλήθειες μπορούμε πιο εύκολα να διαχειριζόμαστε τα όσα φέρνουν. Όσο τα παιδιά τις αποδέχονται, τόσο λιγότερο θα τρομάζουν, τόσο πιο οπλισμένα θα είναι απέναντι στη ματαίωσή που συχνά επιφέρουν.

Αναστασία Σιαχάμη και Κατερίνα Τζωρτζακάκη.
Την Παρασκευή στο συνέδριο επικεντρωθήκαμε με την Αναστασία στην ιστορία μου, «Ο Νεαρός Κόκορας που Άργησε να Ξυπνήσει». Η ιστορία διαπραγματεύεται το θέμα της αποτυχίας, που αφορά ιδιαίτερα τους εκπαιδευτικούς, καθώς είναι κάτι που αντιμετωπίζουν καθημερινά στο σχολείο και ταλαιπωρεί συχνά πολύ τους μαθητές. Μετά τη σύντομη ομιλία μου για τα έξι θέματα, που θεωρώ χρήσιμο να συζητούνται με τα μικρά παιδιά στο σχολείο μέσω ιστοριών, η Αναστασία αφηγήθηκε την ιστορία. Ύστερα την επεξεργάστηκε με τους δεκαοχτώ συμμετέχοντες, που ήταν κυρίως φοιτητές και εκπαιδευτικοί, μέσω θεατρικού παιχνιδιού. Στο πρώτο μέρος του θεατρικού παιχνιδιού ζητήσαμε από τα μέλη της ομάδας να έρθουν σε επαφή με τον παιδικό εαυτό τους. Να θυμηθούν κάτι που θα τους έκανε πάλι παιδιά περίπου επτά χρόνων. Θέλαμε να βιώσουν το εργαστήρι από τη θέση του παιδιού. Μετά την αφήγηση οι συμμετέχοντες έγιναν πάλι ενήλικες και ακολούθησε παιχνίδι ρόλων, κατά το οποίο οι μισοί έγιναν δάσκαλοι και οι άλλοι μισοί μαθητές. Οι μαθητές υποτίθεται ότι είχαν πάρει έναν άσχημο βαθμό και ήταν απαρηγόρητοι. Οι δάσκαλοι καλούνταν να τους στηρίξουν. Ύστερα το κάθε ζευγάρι έκανε μια μικρή παρουσίαση στην ομάδα. Ήταν πολύ ενδιαφέροντα τα όσα ακούσαμε. Τα ζευγάρια μπήκαν στους ρόλους τους και έδωσε το καθένα κάτι στη μεγάλη ομάδα. Στο τέλος ζητήσαμε από τους συμμετέχοντες να μας αποχαιρετίσουν λέγοντας αυτό που ένιωθαν εκείνη τη στιγμή. Απαντήσεις, όπως «έμπνευση», «δύναμη», «προβληματισμός», «νέες ιδέες», μας έδωσαν μεγάλη χαρά καθώς νιώσαμε πως ο στόχος μας επετεύχθη. Το εργαστήρι που για πρώτη φορά και πειραματικά κάναμε μπορεί στο μέλλον να γίνει τόσο σε παιδιά όσο και σε εκπαιδευτικούς, με στόχο να κάνουν οι ίδιοι μετέπειτα κάτι αντίστοιχο στα παιδιά. Το θεατρικό παιχνίδι είναι ένας πολύ ωραίος τρόπος να διδάξουμε κάτι στα παιδιά και ελεύθερα να μπορέσουν να το επεξεργαστούν και να το κάνουν δικό τους.

Γιατί όμως διαλέξαμε να αφηγηθούμε μια ιστορία για έναν νεαρό κόκορα που άργησε να ξυπνήσει; Γιατί τολμάμε να προτείνουμε μια διαφορετική προσέγγιση της αποτυχίας από το εκπαιδευτικό σύστημα; Χωρίς να θέλω ποτέ να πω πως έχω απαντήσεις για θέματα τόσο σοβαρά, αναρωτιέμαι πόσο η ανταγωνιστική οικογένεια και το ανταγωνιστικό σχολείο θα μεγαλώσουν τελικά παιδιά ικανά να αντεπεξέρχονται στη ζωή. Πώς θα φέρουν ενήλικες ευέλικτους, ψυχικά ανθεκτικούς, ευχαριστημένους, που να μπορούν να συνεργάζονται και να ενδιαφέρονται για το κοινό καλό; Γιατί το λάθος θεωρείται τελικά κάτι τόσο κακό; Πόσοι από εμάς τους ενήλικες, γονείς, εκπαιδευτικούς, ειδικούς τα καταφέραμε όλα εξ αρχής; Πόσοι μάθαμε ή κατακτήσαμε άψογα όλα αυτά, τα οποία τώρα ζητάμε τόσο απαιτητικά από τα παιδιά;

Ο νεαρός κόκορας της ιστορίας μας, ο Μητσάκος, αναλαμβάνει να ξυπνήσει τον βοσκό, όταν ο γέρο-κόκορας πεθαίνει. Αγχωμένος χάνει τον ύπνο του το προηγούμενο βράδυ. «Μα αυτή είναι η δουλειά σου, πρέπει να την κάνεις», θα του πουν οι κουτσομπόλες, πολυλογούδες κοτούλες. Εκείνος είναι ανασφαλής γιατί πολύ απλά πρόκειται να κάνει κάτι που του ζητείται για πρώτη φορά. Τελικά αποκοιμιέται τα ξημερώματα. Δεν λαλεί. Ο βοσκός οργίζεται. Ντροπιασμένος ο Μητσάκος θέλει να εξαφανιστεί, μα δεν έχει πού να πάει γιατί φοβάται πως θα τον φάνε οι αλεπούδες. Ο κόκοράς μας είναι στα όρια της κατάθλιψης. Αυτομαστιγώνεται, νιώθει απελπισία, ενοχή, η ζωή του χάνει το νόημά της. Κλαίει με αναφιλητά προσπαθώντας να μην ακουστεί από τις κουτσομπόλες κότες. Από αυτή την τόσο δύσκολη στιγμή θα τον βγάλει το γέρικο τσοπανόσκυλο, ο Βάγγος. «Η αποτυχία είναι ο πιο μεγάλος μας δάσκαλος, θα του πει. Είσαι νεαρός, φίλε μου. Κανείς δεν γεννήθηκε γνωρίζοντάς τα όλα. Όλοι αναπόφευκτα θα κάνουμε λάθη.»

Από το βιωματικό εργαστήρι στο συνέδριο
'Η Τέχνη στο Ελληνικό Σχολείο'.

«Μα τα λάθη είναι κακά! Δεν πρέπει να κάνουμε λάθη!», θα φωνάξει απελπισμένος ο Μητσάκος. Πόσες φορές δεν το είπαμε κι εμείς στον εαυτό μας ως παιδιά, ως ενήλικες; Πόσες φορές το λέμε στα παιδιά μας;

«Αν μαθαίνεις από τα λάθη σου, δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα στη ζωή σου», του απαντά το γέρικο, σοφό σκυλί. Ο Μητσάκος αυτό το βράδυ καταφέρνει να κοιμηθεί και το πρωί λαλεί χαρούμενος, περήφανος. Χρειαζόταν απλώς ενθάρρυνση, συμπόνια, κατανόηση, όπως και κάθε παιδί που κάτι ξεκινά.

Με τα όσα γράφω δεν θέλω σε καμία περίπτωση να πω πως δεν υπάρχουν εκπαιδευτικοί που λειτουργούν όπως το σοφό σκυλί. Υποστηρικτικά, εμπνέοντας. Υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν. Όμως, το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα αποκλείει τη σχολική αδυναμία, το λάθος. Δεν τα κάνει υλικό πάνω στο οποίο μπορεί να δουλέψει κανείς, πάνω στο οποίο μπορεί κάτι να χτίσει, αν και πάνω σε αυτά μπορεί να χτιστεί η ευελιξία. Αν ξέρεις πως μπορείς να συνεχίσεις, θα βελτιώσεις τον εαυτό σου, θα βρεις στο κακό κάτι καλό, κάποιες φορές μπορεί να πρωτοτυπήσεις, να κάνεις κάτι διαφορετικό από τον αρχικό σου στόχο. Αν τελματώσεις, σίγουρα δεν θα φτάσεις πουθενά, ούτε θα ανακαλύψεις ποτέ αυτά που θα μπορούσαν να σου ανοιχτούν αν δεν σταματούσες. Ένα παιδί που θα μεγαλώσει νιώθοντας ανίκανο, είναι αρκετά πιθανό να μη διαψεύσει τα όσα άκουσε για την «τεμπελιά» του και τη «χαζομάρα» του.

Μπορεί να μην πετύχουμε σε κάτι, μα αυτή η αποτυχία να είναι η αρχή ενός άλλου δρόμου, που εν τέλει θα μας οδηγήσει κάπου πιο μακριά. Μπορεί ένα λάθος, να μας κάνει να δούμε πιο καλά τον εαυτό μας και να προχωρήσουμε βελτιωμένοι. Η ζωή είναι μαγική. Είναι κρίμα να χαραμίζεται επικεντρωμένη στα όσα δεν καταφέραμε. Είναι κρίμα να παλεύουμε να φτάσουμε μονίμως μια κορυφή που υποδεικνύει το κατεστημένο. Είναι άδικο να μη βλέπουμε πως η ατέλεια είναι στην ανθρώπινη φύση και πως μπορεί να είναι και συμπαθητική αν αντιμετωπιστεί με ωριμότητα και χιούμορ. Όλοι είχαμε ή έχουμε ακόμη μέσα έναν νεαρό κόκορα που αγωνιά για το αν θα τα καταφέρει. Είμαστε τυχεροί όσοι είχαμε δασκάλους ή άλλους ανθρώπους κοντά μας που μας έδειξαν πως δεν τελειώνουν όλα στο λάθος, στην αναποδιά, στην αποτυχία.

Είμαστε τυχεροί όσοι μάθαμε πως ίσως εκεί όλα μπορούν να ξεκινήσουν…

Ελεύθερο Παιχνίδι

ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

είδος υπό εξαφάνιση;

Όταν ήμουν μικρή, η γιαγιά μου και η μητέρα μου μού περιέγραφαν πώς έπαιζαν τα παιδιά στο χωριό τις παλιές εποχές. Τους έφτιαχναν κούκλες από πανί, στο οποίο έβαζαν πίτουρο για να είναι μαλακές και κεντούσαν τα πρόσωπά τους. Ή έφτιαχναν παιχνίδια από τενεκεδάκια. Ή άλλα παρόμοια που στην εποχή μας φαντάζουν παράξενα. Αυτά τα τόσο απλά που σήμερα φυσικά θα περιφρονούσαμε ήταν όμως για τα παιδιά εκείνης της εποχής τόσο σημαντικά.

Τα περισσότερα παιδικά δωμάτια είναι σήμερα γεμάτα με παιχνίδια. Είναι τόσα πολλά μα τα παιδιά συχνά βαριούνται να παίξουν με αυτά. Μερικές φορές τους τα κρύβουμε και τους τα εμφανίζουμε μετά από μέρες για να τους κάνουν εντύπωση. Παίζουν για λίγο και ύστερα τα παρατούν ξανά. Οι έρευνες δείχνουν πως όσο λιγότερα παιχνίδια έχει ένα παιδί, τόσο περισσότερο συνδέεται μαζί τους και άρα τόσο περισσότερο τα εκτιμά και τα απολαμβάνει.

Οι περισσότεροι γονείς παραπονιόμαστε πως δεν αντέχουμε τόσα παιχνίδια στα σπίτια μας και πως τα παιδιά μας θέλουν να βλέπουν συνεχώς τηλεόραση ή να παίζουν σε υπολογιστή και κινητό. Προσπαθούμε διαρκώς να γεμίσουμε τον χρόνο τους με δραστηριότητες και αναψυχή για να τους δώσουμε χαρά. Το παράδοξο όμως σήμερα ότι ενώ στο σημερινό παιδί προσφέρονται πολλές επιλογές για παιχνίδι και διασκέδαση, καταλήγει τελικά να κάνει κάτι που είναι βλαπτικό για την ψυχική υγεία του και την κοινωνικότητά του, παραπονιέται συχνά και τελικά δεν είναι ούτε εκείνο ούτε οι γονείς του ευχαριστημένοι. Το θέμα «παιχνίδι» δηλαδή μπορεί στη σημερινή οικογένεια να είναι θέμα αγχωτικό. Όμως δεν θα έπρεπε. Το παιχνίδι είναι στην ουσία του χαρά.

Στους Φούρνους Ερμιονίδας, το χωριό από το οποίο κατάγομαι και στο οποίο περνώ τα καλοκαίρια μου είδα ένα είδος παιχνιδιού, που είναι μάλλον υπό εξαφάνιση. Το ελεύθερο παιχνίδι. Το παιχνίδι, δηλαδή, που κάνουν τα παιδιά μόνα τους χωρίς την παρέμβαση ή την καθοδήγηση ενηλίκων. Κάποια παιδιά του χωριού ηλικιών εννέα έως δεκατεσσάρων ετών έφτιαξαν «το καταφύγιό τους» ή αλλιώς «το σπίτι τους». Θέλησα να μάθω περισσότερα πράγματα για αυτό αλλά και να το προβάλλω γράφοντας το παρόν άρθρο. Κάποια από τα μέλη της ομάδας με ξενάγησαν, όπως ξεναγούν και οποιονδήποτε άλλον το ζητήσει, και δέχτηκαν με μεγάλη χαρά να μου μιλήσουν. Θα παραθέσω τα λόγια τους καθώς και φωτογραφίες από το σπιτάκι, που έφτιαξαν σε ένα ύψωμα στο χώμα πάνω από το γήπεδο, ανάμεσα σε δέντρα.

Ο Βασίλης, που είναι ο μεγαλύτερος μού είπε πως άρχισαν όλα. «Το ξεκινήσαμε με τον άλλο Βασίλη. Θέλαμε να είμαστε μακριά από όλους. Κάποτε τα δέντρα ήταν πολύ πυκνά και δεν φαινόμασταν από το κάτω προαύλιο. Σκεφτήκαμε να ερχόμαστε εδώ για να μην μας βλέπει κανείς και το ονομάσαμε «Κρησφύγετο».

Ο άλλος Βασίλης συνεχίζει. «Μετά θέλαμε να έρθουν κι άλλοι, να μας βοηθούν, να είμαστε πολλά παιδιά, να συνεργαζόμαστε. Τώρα παίζουμε όλοι μαζί σαν μια ομάδα.»

«Εγώ είμαι στο μπαρ μαζί με τη Γεωργία, εκεί έχουμε τα αναψυκτικά και τα σερβίρουμε», λέει η Κατερίνα. «Δίνουμε στους φιλοξενούμενους νερό και λεμονάδα, συμπληρώνει η Γεωργία. Μου αρέσει που καθόμαστε όλοι μαζί και τρώμε.»

«Πώς παίρνετε αποφάσεις;», ρωτάω καθότι φαίνονται όλα πολύ οργανωμένα και καθετί οργανωμένο σημαίνει αποφάσεις. «Οι τρεις αρχηγοί κάνουν συμβούλιο και συζητούν για το τι θέλουν να κάνουμε. Μετά μας το ανακοινώνουν. Ό,τι πουν οι αρχηγοί. Γιατί είναι οι αρχηγοί», λέει ο Λάμπρος.

Ο μεγαλύτερος Βασίλης έπειτα λέει ότι όταν ξεκίνησαν δεν περίμεναν να ανοιχτούν τόσο. Όμως τα άλλα παιδιά άρχισαν να έρχονται και να κοιτάζουν. Τους καλούσαν μέσα κι εκείνα άρχισαν να δένονται με τον χώρο. Έτσι έγιναν μια μικρή κοινωνία, που συγκεντρώνονται κάθε απόγευμα και παίζουν.

Τους ζητώ να μου περιγράψουν πώς έφτιαξαν το καθετί. Κοιτάζω το χωμάτινο δρομάκι με τις δύο σειρές από πέτρες, που τοποθέτησαν τα παιδιά.

«Στην αρχή θέλαμε στο δρομάκι, στις άκρες, να φυτέψουμε λουλούδια. Ακόμη δεν έχουμε αποφασίσει τι λουλούδια να φυτέψουμε, λέει η Χριστίνα. Θέλαμε να έχουμε πιο πολλή σκιά, οπότε κατεβάσαμε τα κλαδιά. Για να μην είναι τόσο άδειο το δέντρο, φτιάξαμε στολίδι από καλαμάκια.»

«Στον κήπο φυτέψαμε φασόλια, φακές, ντομάτες, βασιλικό», συνεχίζει η Γεωργία.

Τους ρωτάω αν τους βοήθησαν οι γονείς τους.

«Μας επέτρεπαν να φέρνουμε πράγματα, να στολίζουμε ωραία το σπίτι. Όταν ήταν εκείνοι μικροί, έπαιζαν όπως εμείς. Συνεργάζονταν. Θέλουμε να κάνουμε το ίδιο. Να διασκεδάζουμε με κάτι που έχουμε φτιάξει εμείς», λέει ο μικρότερος Βασίλης.

«Η γιαγιά μου μού έχει πει ότι έφτιαχναν με πέτρες τραπεζαρία. Με τις κούκλες τους έπαιζαν τις «κουμπάρες». Το Κρησφύγετο μας ελπίζουμε ότι θα γίνει ωραίο, όπως αυτά που έκαναν στα παλιά χρόνια», λέει η Χριστίνα.

«Τα περισσότερα παιδιά σήμερα ασχολούνται με τα ηλεκτρονικά παιχνίδια και κλείνονται στο σπίτι. Προσπαθούμε να κάνουμε κάτι δικό μας. Φέραμε πράγματα από τα σπίτια μας. Οι γονείς μας μάς τα έδωσαν για να μην είμαστε μπροστά στις οθόνες. Μας χαροποιεί πολύ το ότι το κάναμε εμείς. Το φτιάξαμε με τα χέρια μας μόνοι μας. Είναι όλα αυτοσχεδιασμός, δεν είχαμε τίποτα στο μυαλό μας. Είμαστε πολύ περήφανοι.»

Η ομάδα αποτελείται από δέκα παιδιά. Οι αρχηγοί ορίζουν τους κανόνες. Ο καθένας κάνει μια δουλειά που του αρέσει. Ο Λάμπρος είναι ο φρουρός, ο Φοίβος, το ίδιο. Οι τρεις αρχηγοί, ο Βασίλης, ο Βασίλης και η Χριστίνα, επιβλέπουν και βοηθούν όπου χρειάζεται. Η Γεωργία και η Κατερίνα φροντίζουν τον κήπο και είναι στο μπαρ. Η Πέμυ και η Χρυσούλα σκουπίζουν. Κάποια άλλα παιδιά ήταν στην ομάδα και αποχώρησαν.

Η ομάδα σκοπεύει να συνεχίσει το παιχνίδι της και τον χειμώνα. Τον περασμένο χειμώνα έρχονταν μετά την εκκλησία, καθάριζαν και κάθονταν στο Κρησφύγετο για ώρα. Ή όποτε δεν είχαν διάβασμα.

«Θέλουμε να αλλάξουμε όνομα, να το πούμε «Το Παιδικό Σπίτι». Το έχουμε φτιάξει εμείς με τα χέρια μας. Για να παίζουν τα παιδιά. Να φτιάχνουν τα παιδιά τα πράγματά του. Οι μεγάλοι έχουν κάτι περισσότερο από εμάς και τα φτιάχνουν όλα πιο ωραία αλλά εμείς με τη φαντασία μας μπορούμε να φτιάξουμε τα ίδια», λέει ο μικρότερος Βασίλης.

«Εδώ καταφεύγουμε. Όταν βαρεθούμε το μπάσκετ ή το ποδόσφαιρο στο προαύλιο. Είναι ένας ξεχωριστός χώρος το Κρησφύγετο», λέει ο άλλος Βασίλης.

Ο μεγάλος Βασίλης είδε σε ένα βίντεο στο διαδίκτυο ένα σπίτι από 200 κούτες κολλημένες. Διώροφο. Λέει ότι είναι ο επόμενός τους στόχος. Με τη βοήθεια των γονιών τους. Έχουν διάφορα σχέδια για το μέλλον.

Τα παιδιά με κέρασαν λεμονάδα και κουλουράκια, που αγόρασαν ειδικά για την επίσκεψή μου. Στο ντουλάπι τους, που είναι φτιαγμένο από χαρτόκουτο φυλάνε τρόφιμα, που τρώνε όλοι μαζί. Χθες με λύπη τους είδαν πως κάποιοι είχαν κλέψει τα τρόφιμα καθώς και έναν κουμπαρά με κέρματα. Τα χρήματα αυτά τα μάζεψαν όλοι και θα τα χρησιμοποιούσαν για το Κρησφύγετο τους. «Θα το αντιμετωπίσουμε, είπε ο μικρότερος Βασίλης. Δεν έρχονται πάντα τα πράγματα όπως τα θέλουμε.»

Βλέπω πως όλη αυτή η προσπάθεια τα κάνει να νιώθουν όμορφα. Την αντιμετωπίζουν οργανωμένα, με πολλή σοβαρότητα.

Αναρωτιέμαι πόσο είναι σήμερα δυνατή, πόσο θα είναι δυνατή στο μέλλον μια τέτοια μορφή παιχνιδιού. Ακόμη και στην πόλη τα παιδιά προηγούμενων γενιών έπαιζαν στις αλάνες. Ο κόσμος τώρα θεωρείται ένα μέρος επικίνδυνο. Ειδικά στα αστικά κέντρα, δεν υπάρχουν ασφαλείς χώροι, όπου τα παιδιά μας να μπορούν να παίζουν ελεύθερα μόνα τους.

Οι ειδικοί ψυχικής υγείας κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τον εθισμό παιδιών, εφήβων και νέων στο διαδίκτυο. Οι εκπαιδευτικοί συνεχώς μιλούν για το γνωστικό επίπεδο των μαθητών που όλο και πέφτει αλλά και για τα πολλά προβλήματα που παρουσιάζουν, ψυχολογικά, προσαρμογής ή συμπεριφοράς. Οι γονείς είναι πολύ αγχωμένοι. Όμως, τα παιδιά χρειάζονται δημιουργικές διεξόδους, που να τις επιλέγουν τα ίδια και να τις αγαπούν. Χρειάζεται να μάθουν να συνεργάζονται, να διαφωνούν, να συμφιλιώνονται και τελικά να συνυπάρχουν σε αυτορυθμιζόμενες ομάδες. Όχι μόνο να αποκτούν γνώσεις και εφόδια. Όχι μόνο να είναι καλοί στα μαθήματα, στα αθλήματα, στις ξένες γλώσσες. Τα τελευταία τριάντα χρόνια θεωρούμε την παιδική και εφηβική ηλικία ως την περίοδο στην οποία ένα παιδί υποχρεούται να αποκτήσει όσο το δυνατόν περισσότερες δεξιότητες σε ανελέητο αγώνα δρόμου. Σχεδόν μας ενοχλεί η ανάγκη του να παίξει. Το παιχνίδι, όμως, εξασκεί το μυαλό και καθαρίζει την ψυχή. Αν δίναμε εμείς οι ενήλικοι τη δυνατότητα στον εαυτό μας να χαίρεται περισσότερο, ίσως το καταλαβαίναμε καλύτερα αυτό.

Εν κατακλείδι, το ελεύθερο παιχνίδι είναι είδος υπό εξαφάνιση; Σε μια εποχή με τόσο περιορισμό και τόση πληθώρα ταυτόχρονα, με τόσες πληροφορίες και τόσο φόβο, θα καταφέρει να επιβιώσει; Θα βρουν τα παιδιά τον τρόπο; Ή μήπως πρέπει εμείς, η κοινωνία των ενηλίκων, η πολιτεία, οι γονείς, το σχολείο να αλλάξουμε έστω και λίγο προσανατολισμό;

Μήπως να δώσουμε λίγο χώρο, λίγη ελευθερία στα παιδιά, αν μη τι άλλο στο παιχνίδι τους;

Μήπως προσπαθούμε να “κατασκευάσουμε” τα παιδιά μας;

Μήπως προσπαθούμε να “κατασκευάσουμε” τα παιδιά μας;

Μήπως προσπαθούμε να κατασκευάσουμε τα παιδιά μας;

Το διαδίκτυο είναι μια πηγή αμέτρητης ποσότητας πληροφοριών, πλέον μπορούμε να διαβάσουμε για τα πάντα. Καθημερινά περνούν από μπροστά μας εκατοντάδες άρθρα. Αυτή η πρόσβαση στην πληροφορία έχει πολλά πλεονεκτήματα. Το μυαλό μας ανοίγει και μπορούμε να μαθαίνουμε καινούρια πράγματα. Προβληματιζόμαστε και ερχόμαστε σε επαφή με απόψεις που συνάδουν ή διαφέρουν με τις δικές μας. Φυσικά μπορούμε να εκφραστούμε κι εμείς, να θέσουμε ερωτήματα, να κάνουμε διάλογο, να μοιραστούμε επαγγελματικές γνώσεις ή να διατυπώσουμε τις προσωπικές μας θεωρίες για αυτήν τη ζωή. Όσοι είναι γονείς είναι αδύνατον να μην έχουν παρατηρήσει πόσα πολλά γράφονται για τα παιδιά. Σε μια εποχή στην οποία δεν δίνει πια η κοινότητα στήριξη και συμβουλές ανατροφής, λαμβάνουμε οδηγίες από μια οθόνη.

Είναι σίγουρα σημαντικό να μπορούμε να ενημερωθούμε για θέματα που αφορούν στην σωματική και ψυχολογική υγεία των παιδιών μας. Όμως μήπως όλες αυτές οι συμβουλές, αν δεν τις εκλάβουμε σωστά, μας δίνουν την ψευδή πεποίθηση ότι μπορούμε να ελέγχουμε τα παιδιά μας ή να τα πλάσουμε έτσι ώστε να είναι όπως θα θέλαμε εμείς ή όπως επιτάσσουν τα πρότυπα της εποχής;

Πώς, για παράδειγμα, θα γίνει κοινωνικό το παιδί μας; Όλοι θα θέλαμε να έχουμε ένα κοινωνικό παιδί, όμως είναι γεγονός πως κάποια παιδιά είναι πιο εσωστρεφή από άλλα για τον πολύ απλό λόγο ότι υπάρχουν όλων των ειδών οι χαρακτήρες. Μπορεί κι εμείς να είμαστε εσωστρεφείς. Ή πολύ δραστήριοι ή οξύθυμοι ή γκρινιάρηδες. Σίγουρα δεν θα μας άρεσε να κυκλοφορούν λίστες βάσει των οποίων τα αγαπημένα μας πρόσωπα θα προσπαθούσαν να μας αλλάξουν. Με τα όσα λέω δεν επικρίνω τους ειδικούς που προσπαθούν να βοηθήσουν τους γονείς στις διάφορες δυσκολίες που ενδέχεται να αντιμετωπίζουν. Αναρωτιέμαι, όμως, αν υπάρχει ο κίνδυνος προσπαθώντας να εφαρμόσει πιστά αυτές τις λίστες, αυτές τις οδηγίες κάποιος γονιός να απομακρυνθεί τελικά από το παιδί του.

Δεν είναι βοηθητικό να προσπαθούμε να αλλάξουμε τα παιδιά μας γιατί δεν μπορούμε να αλλάζουμε τους άλλους. Μπορούμε να αλλάζουμε μόνο τον εαυτό μας και συχνά αρκεί ένας γονέας να αλλάξει στάση ή συμπεριφορά για να δει βελτίωση σε κάποια «προβληματική» συμπεριφορά του παιδιού του. Οτιδήποτε ανησυχητικό συμβαίνει σε ένα παιδί, δεν πρέπει να απομονώνεται, αλλά να εξετάζεται σε συνάρτηση με το οικογενειακό περιβάλλον. Τα παιδιά κάποιες φορές εκφράζουν προβλήματα μέσα στην οικογένεια, που οι ίδιοι οι γονείς αποφεύγουν να δουν. Δεν τους καταδικάζει κανείς φυσικά για αυτό. Είμαστε όλοι άνθρωποι, με τα προβλήματά του ο καθένας και σε κάθε οικογένεια θα υπάρχουν δυσκολίες και προβλήματα. Το σημαντικό είναι να τα αναγνωρίζουμε, να τα αποδεχόμαστε, να προσπαθούμε να τα διαχειριστούμε όσο καλύτερα μπορούμε.

Τέλος, αναρωτιέμαι αν σε αυτήν την εποχή του διαδικτύου και της πληροφόρησης φορτώνουμε τελικά τα παιδιά μας και τους εαυτούς μας με αφόρητες τελικά προσδοκίες για μια ιδανική κατάσταση, που δεν είναι τελικά δυνατό να επιτύχουμε. Τα παιδιά μας πρέπει να κάνουν σωστή διατροφή, να γυμνάζονται, να είναι καλοί μαθητές, να μαθαίνουν ξένες γλώσσες και μουσική, να απασχολούνται δημιουργικά με ζωγραφική, μαγειρική ή χειροτεχνίες, να διαβάζουν βιβλία, να ακούνε παραμύθια, να έχουν φίλους, να μην παρενοχλούνται από άλλα παιδιά και να μην παρενοχλούν, να σέβονται τους γύρω τους, να έχουν καλή επικοινωνία μαζί μας. Εμείς, οι γονείς, πρέπει να τους τα παρέχουμε όλα αυτά έχοντας ταυτόχρονα μια καλή σχέση με τον εαυτό μας, με τον σύντροφό μας και ισορροπώντας σωστά ανάμεσα στην επαγγελματική και την οικογενειακή ζωή. Το κάθε παιδί, ο κάθε γονιός σε κάποια από τα παραπάνω τα πάει καλύτερα, σε άλλα δυσκολεύεται. Και αυτό είναι το φυσιολογικό, το ανθρώπινο. Δεν μπορούν ποτέ να είναι όλα τέλεια.

Οπότε, ναι ας πληροφορούμαστε, ας ενημερωνόμαστε, ας συζητάμε. Μα ας μην προσπαθούμε να «κατασκευάσουμε» τα άψογα παιδιά. Η ατέλεια χαρακτηρίζει την ανθρώπινη φύση μας και μας δομεί, είναι το υλικό που θα μας ωριμάσει. Με μερικές ατέλειες μπορούμε να ζούμε τελικά. Ούτε χρειάζεται να προσπαθούμε να είμαστε εμείς οι τέλειοι «κατασκευαστές» των παιδιών μας. Ας μην πάνε όλα όπως θα θέλαμε. Ας προβληματιστούμε, ας λυπηθούμε, ας θυμώσουμε, ας φοβηθούμε. Ας δεχτούμε τα όσα φέρνει η ζωή με ρεαλισμό, γιατί από τις δυσκολίες θα μάθουμε όσα δεν θα μπορούσαμε ποτέ να μάθουμε από την ομαλότητα.

Το Σύνδρομο Down στην Εποχή Μας – Ένας Προβληματισμός

Το Σύνδρομο Down στην Εποχή Μας – Ένας Προβληματισμός

Ο Πάμπλο Πινέδα – Δάσκαλος με σύνδρομο Down

Παγκόσμια Ημέρα για το Σύνδρομο Down σήμερα και μου δημιούργησε κάποιες σκέψεις. Στο διαδίκτυο βλέπω παντού βίντεο και φωτογραφίες χαμογελαστών παιδιών με το σύνδρομο αυτό και μηνύματα υποστήριξης, που υπονοούν ότι η κοινωνία αφυπνίζεται, ότι θέλει να τα αποδεχθεί και να τα εντάξει, ότι όλοι παλεύουμε για αυτά τα παιδιά. Έχουμε προχωρήσει όμως ως κοινωνία τόσο πολύ όσο δηλώνουμε;

Σίγουρα κάπως θα πρέπει να έχουμε προχωρήσει. Οι περισσότεροι θα δούμε με θαυμασμό τον Πάμπλο Πινέδα, τον 39χρονο πτυχιούχο δάσκαλο, με σύνδρομο Down που ταξιδεύει σε όλον τον κόσμο και ενημερώνει για το σύνδρομο αυτό. Θα αναρωτηθούμε πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος με μια αναπηρία, που στους περισσότερους φαντάζει τρομακτική, να κατάφερε να εξελιχθεί έτσι. Είναι λοιπόν το ίδιο το σύνδρομο αυτό που αποκλείει ή ο τρόπος που αντιμετωπίζεται στην οικογένεια και στην κοινωνία;

Όταν σε ένα παιδί υπάρχει αναπηρία, σίγουρα δεν πρέπει να την υποτιμάμε και να περιμένουμε από αυτό να κατακτήσει κάτι που δεν μπορεί να κατακτήσει λόγω περιορισμών που του επιβάλει η αναπηρία του. Μια τέτοια στάση θα αποφέρει διαρκή ματαίωση και τόσο εμείς, όσο και το παιδί δεν θα φτάσει ποτέ στην αποδοχή της δυσκολίας του. Από την άλλη, πρέπει να είμαστε ανοιχτοί και να ελπίζουμε για το καλύτερο, να έχουμε πίστη, να προσπαθούμε. Πολλές φορές η ζωή μας εκπλήσσει. Οι δυνάμεις ενός ανθρώπου είναι συχνά κάτι που δεν μπορεί να προβλεφθεί με ακρίβεια. Το παράδειγμα του Πάμπλο Πινέδα μάς δείχνει ακριβώς αυτό. Ένας γονιός ή ένας εκπαιδευτικός που προσπαθεί να βοηθήσει ένα παιδί με αναπηρία θα πρέπει να βρει το σωστό σημείο ισορροπίας ανάμεσα στην αποδοχή του περιορισμού και την ελπίδα.

Τι συμβαίνει, όμως, συγκεκριμένα με το σύνδρομο Down; Πού οδηγείται η κοινωνία σε σχέση με αυτό; Πριν λίγο καιρό είδα σε ένα βίντεο έναν ενήλικα με το σύνδρομο, που εξηγούσε γιατί δεν πρέπει να διακόπτονται οι εγκυμοσύνες, όταν εντοπιστεί το σύνδρομο στο έμβρυο. Προβληματίστηκα πολύ. Ο άντρας αυτός υποστήριζε πως όταν οι γιατροί συνιστούν διακοπή κύησης, όταν υπάρχει σύνδρομο Down, δίνουν το μήνυμα πως η ζωή ανθρώπων, όπως εκείνου δεν έχει αξία. Συνέδεε αυτήν την πρακτική με την Ευγονική του Χίτλερ. Είμαστε τελικά μια κοινωνία, που οδηγείται σιγά-σιγά στην αναπαραγωγή «αψεγάδιαστων» ανθρώπων; Οι εξετάσεις που γίνονται πλέον στην εγκυμοσύνη είναι ένας νέος Καιάδας; Ναι, μπορώ να καταλάβω απόλυτα γιατί το βλέπει έτσι. Άνθρωποι σαν αυτόν και οι οικογένειές τους για να μπορέσουν να επιβιώσουν πρέπει να αγκαλιάσουν μια διαφορετικότητα, που η ιατρική κοινότητα θέλει να εξαλείψει. Πώς μπορούν λοιπόν να πιστέψουν στον εαυτό τους και πολύ περισσότερο να ελπίσουν σε μια κοινωνία, που θα συμπεριφέρεται καλύτερα απέναντί τους;

Από την άλλη πώς μπορεί κάποιος να κατηγορήσει ένα ζευγάρι που θα αποφασίσει τη διακοπή της κύησης, όταν διαγνωστεί αυτή η αναπηρία έπειτα από παρότρυνση των γιατρών; Πώς θα τολμήσουν να φέρουν στον κόσμο ένα παιδί, που το πιο πιθανό είναι πως χωρίς εκείνους δεν θα μπορέσει να επιβιώσει; Τα επιδόματα αναπηρίας δεν αρκούν σε καμία περίπτωση για να ζήσει ένας άνθρωπος, που δεν μπορεί να εργαστεί ή δεν έχει άλλα εισοδήματα. Χωρίς σωστή ενημέρωση, χωρίς παροχές, χωρίς κατάλληλες δομές στη χώρα μας τι μέλλον θα έχει αυτό το παιδί; Σίγουρα μια τέτοια απόφαση δεν είναι καθόλου εύκολη. Μπορώ να φανταστώ πως μια μητέρα, που θα βρεθεί σε ένα τέτοιο σταυροδρόμι, θα νιώσει τρομερές ενοχές και απέραντη λύπη και φυσικά η σύγκρουση μέσα της θα είναι μεγάλη. Αν ένα ζευγάρι αποφασίσει να μεγαλώσει ένα παιδί με σύνδρομο Down το σίγουρο είναι πως δεν θα έπρεπε να βρίσκεται μόνο του απέναντι σε μια τέτοια απόφαση και απέναντι σε αυτή τη δυσκολία. Ιδανικά θα έπρεπε να υπάρχει υποστήριξη οικονομική και ψυχολογική σε κάθε τους βήμα. Μα δυστυχώς απέχουμε πολύ από αυτό…

Αυτά τα προβλήματα είναι λίγο-πολύ γνωστά σε όλους μας. Εν τέλει προχωράμε ως κοινωνία ή δείχνουμε ότι προχωράμε για να συλλέξουμε δημοτικότητα στα προφίλ κοινωνικής δικτύωσης; Μήπως στην ουσία αδιαφορούμε; Εύχομαι να μην είναι αυτό. Εύχομαι τώρα να αφυπνιζόμαστε και στο μέλλον να δράσουμε. Και να ελπίζουμε πώς όλο και περισσότεροι Πινέδα θα προκύψουν. Όχι με την έννοια της επιτυχίας. Με την έννοια της δυνατότητας για μια αξιοπρεπή ζωή.

Από την Ανάγνωση στην Ανάρρωση

Το Ψάρι στη Γυάλα – Μια Ιστορία Πένθους

Το Ψάρι στη Γυάλα – Μια Ιστορία Πένθους

Από το βιβλίο “Παράλληλα Σύμπαντα


fish in bowl

άρνηση

Η σημερινή ημέρα ξεκίνησε περίεργα. Σηκώθηκα το πρωί γύρω στις δέκα και μισή. Το ελεύθερο πρωινό ξύπνημα είναι ένα από τα πλεονεκτήματα του να είσαι συγγραφέας. Του να μη δουλεύεις, δηλαδή, για να γράφεις. Ή μάλλον του να είσαι πολύ τυχερός και να έχουν εμπορική επιτυχία τα βιβλία σου με αποτέλεσμα να έχεις τη δυνατότητα να αφήσεις την κακοπληρωμένη δουλειά σου ως βοηθός κομμωτή και να αφοσιωθείς στο γράψιμο. Λεω τυχερός, γιατί πιστεύω πως η εμπορική επιτυχία είναι θέμα τύχης και όχι αξίας. Οι μεγαλύτεροι συγγραφείς, άλλωστε, δεν ήταν αναγνωρισμένοι στην εποχή τους. Πριν αποκτήσουν τη θέση που τους αναλογούσε στην αιωνιότητα, υπέφεραν πολλά βάσανα και όλα αυτά μέσα στην ανωνυμία και την υποτίμηση από τους σύγχρονους τους. Ο παράδεισος όμως ήρθε γι’ αυτούς και πήρε τη μορφή των βιβλίων τους που τυπώνονται και ξανατυπώνονται και θα συνεχίζουν να τυπώνονται όταν ο σκώρος θα έχει φαει όλα τα βιβλία που σημείωσαν εμπορική επιτυχία ανά τις διάφορες εποχές. Μερικά από τα οποία θα είναι και τα δικά μου.

Ξέρω πως τα τρία βιβλία που έγραψα δεν έχουν καμία λογοτεχνική αξία, παρ’ όλο που δε θεωρώ τον εαυτό μου ατάλαντο. Είναι απλά ιστορίες που αγγίζουν τη γυναικεία ψυχή, ιστορίες που άκουγα κατά καιρούς στο κομμωτήριο, εξομολογήσεις πελατισσών, φτηνά ρομαντικά δράματα που αναδύθηκαν στη φαντασία μου ποτισμένα από βαφές μαλλιών και σπρέι χτενίσματος. Ξέρω ότι μπορώ να γράψω και καλύτερα, όμως η αλήθεια είναι ότι δεν έζησα ποτέ μου τον πόνο που θα μπορούσε να κάνει την ψυχή και την πένα μου καλύτερες. Η ζωή μου είχε πάντα καθημερινές ανησυχίες, κυρίως οικονομικές, οι δεσμοί μου με την οικογένεια αποκόπηκαν όταν δήλωσα πως δε θα γίνω δικηγόρος ή γιατρός, αλλά κομμωτής και στο πλάι μου από δεκαοκτώ χρονών, είχα τη γυναίκα μου, με την οποία, παρά τη φθορά και τα μικροπροβλήματα των δέκα χρόνων μπορώ να πως είμαι ακόμη ερωτευμένος.

Το πρωί , λοιπόν, που ξύπνησα, η γυναίκα μου είχε ήδη φύγει για τη δουλειά της στο λογιστικό γραφείο. Φαντάζομαι, θα με φίλησε και θα μου χάιδεψε τα μαλλιά, όπως κάνει πάντα, μόνο που δεν το θυμάμαι, μάλλον γιατί κοιμόμουν βαθιά. Το προηγούμενο βράδυ προσπαθούσα μέχρι τα ξημερώματα να γράψω ένα διήγημα, το οποίο και τελικά ολοκλήρωσα και ανυπομονώ να ακούσω τη γνώμη της, που συνήθως είναι ενθαρρυντική και αυστηρή ταυτόχρονα. Θέλω να της αφιερώσω τη συλλογή διηγημάτων που ετοιμάζω, μέχρι στιγμής δεν της έχω αφιερώσει άλλο βιβλίο μου, δεν ξέρω γιατί, μάλλον από αμέλεια, την τελευταία φορά που το ζήτησα από τον εκδότη , είχε ήδη στείλει το βιβλίο στο τυπογραφείο και ήταν αργά πια για να της δώσω αυτή τη χαρά. Ξύπνησα, λοιπόν, σηκώθηκα από το κρεβάτι και έφτιαξα τον πικρό καφέ που πίνω πάντα το πρωί προσπαθώντας να σκεφτώ αλλαγές που θα μπορούσα να κάνω στο διήγημα μου. Όταν τελείωσα τον καφέ και έπλυνα το φλιτζάνι μου, αντίκρισα με έκπληξη τα χρυσόψαρα στη γυάλα.

Εδώ πρέπει να πω πως μου αγόρασε αυτά τα χρυσόψαρα πριν από έξι μήνες στην επέτειο του γάμου μας. Η αλήθεια είναι πως εγώ πάντα ήθελα σκύλο ή γάτα, αλλά εκείνη δυστυχώς είναι αλλεργική και στα δύο, τα ψάρια ήταν τα μόνο κατοικίδια, αν μπορείς να τα πεις κατοικίδια, που θα μπορούσαμε να έχουμε, μπορούσαμε βέβαια να έχουμε και καναρίνι, αλλά μου δήλωσε κατηγορηματικά ότι πονάει η καρδιά της όταν βλέπει φυλακισμένα πουλιά. Και τα ψάρια, την είχα ρωτήσει, δεν είναι φυλακισμένα στη γυάλα; Τα χρυσόψαρα έχουν μνήμη λίγων δευτερολέπτων, μου είχε απαντήσει, μέχρι να συνειδητοποιήσουν τα όρια της γυάλας τους, τα έχουν ξεχάσει. Έτσι, λοιπόν, αποκτήσαμε τη γυάλα με τα δύο κόκκινα χρυσόψαρα που κολυμπούσαν ευτυχισμένα στην αμνησία τους. Στην αρχή δεν τα πολυσυμπαθούσα, σιγά σιγά , όμως, τα συνήθισα και μετά άρχισα να τα αγαπώ, γιατί είναι μάλλον αναπόφευκτο να αγαπάς όποιον εξαρτάται από σένα, όποιον φροντίζεις, ακόμη και αν η φροντίδα αυτή ισοδυναμεί απλά με το άλλαγμα του νερού της γυάλας, τις δύο σταγόνες χλώριο και τα δύο κομματάκια ψαροτροφής, δύο κομματάκια μόνο και όχι παραπάνω, γιατί τα χρυσόψαρα δε συνειδητοποιούν ή μάλλον ξεχνούν το πόσο τρώνε και μπορεί να φάνε μέχρι να σκάσουν.

Το πρωί, λοιπόν, μετά το πλύσιμο του φλιτζανιού μου είδα με φρίκη το ένα χρυσόψαρο να επιπλέει ακίνητο στη γυάλα και το άλλο να κολυμπά δίπλα του αγγίζοντας το σαν να προσπαθεί μάταια να το κουνήσει. Ήταν σχεδόν συγκινητικό και αναρωτήθηκα αν σε τρία δευτερόλεπτα το ζωντανό χρυσόψαρο μπορούσε να συνειδητοποιήσει το θάνατο του συντρόφου του και αν μετά από τρία δευτερόλεπτα θα τον ξεχνούσε και μετά πάλι θα τον συνειδητοποιούσε και μετά θα τον ξεχνούσε πάλι για να τον ξανασυνειδητοποιήσει και να τον ξαναξεχάσει και μου φάνηκε τόσο βασανιστική αυτή η σκέψη που πήγα μπροστά από το φορητό υπολογιστή μου και άρχισα να ξαναδιαβάζω το χθεσινό μου διήγημα. Μετά από τρεις αφηρημένες αναγνώσεις, το μυαλό μου ξαναγύρισε στα ψάρια. Έπρεπε να βγάλω το νεκρό ψάρι από τη γυάλα. Όμως δεν μπορούσα, με ανατρίχιαζε η ιδέα να το αγγίξω. Τη μία και μοναδική φορά που το ένα από τα δύο έπεσε στο νεροχύτη όταν άλλαζα το νερό, φώναξα τη γυναίκα μου για να το ξαναβάλει μέσα. Είχε γελάσει με την αδυναμία μου, αλλά εγώ πραγματικά δεν μπορούσα να αγγίξω το μικρό, κόκκινο κατοικίδιο μου όσο και αν το είχα αγαπήσει, κάτι που, όπως το σκέφτομαι τώρα, μάλλον σήμαινε ότι δεν το έχω αγαπήσει αρκετά, γιατί αν δεν ήταν η γυναίκα μου εδώ, θα το είχα αφήσει να σπαρταρά στο νεροχύτη μέχρι να πεθάνει.

Και τώρα λοιπόν θα το έβγαζε εκείνη, πήρα την απόφαση μου και προσπάθησα να συγκεντρωθώ πάλι στο διήγημα μου. Όμως, ο θάνατος του ψαριού με είχε επηρεάσει, ένιωθα μια κακή ενέργεια γύρω μου μία σχεδόν λύπηση για το ζωντανό χρυσόψαρο που προσπαθούσε να ξυπνήσει το σύντροφο του. Και τότε αποφάσισα να την πάρω τηλέφωνο να της το πω, ίσως να κατάφερνα να ανακουφιστώ και να μπορούσα επιτέλους να δουλέψω. Το τηλέφωνο χτύπησε πολλές φορές και υπέθεσα πως θα ήταν πνιγμένη στη δουλειά και πως δε θα μπορούσε να μου απαντήσει. Όμως, εγώ συνέχισα να την καλώ, είχα ανάγκη να με διαβεβαιώσει πως θα έβγαζε εκείνη το νεκρό ψάρι από τη γυάλα και στην έβδομη κλήση άκουσα μια άγνωστη ανδρική φωνή.

Και από εκεί και πέρα το πρωινό πήρε μια περίεργη τροπή. Η ανδρική φωνή ανήκε σε κάποιον τύπο που δήλωσε τραυματιοφορέας, είπε ότι η γυναίκα μου είχε ένα ατύχημα, ότι βρισκόταν ξαπλωμένη σε κάποιο φορείο και ότι δυστυχώς δεν τα κατάφερε και υπέκυψε στα τραύματα της, ότι λυπόταν τόσο, ότι πρέπει να φανώ δυνατός και εκεί είναι που εγώ του απάντησα πως μάλλον έγινε κάποιο λάθος, πως η γυναίκα μου ήταν ζωντανή και τέλος τον ευχαρίστησα ευγενικά και έκλεισα το τηλέφωνο. Για λίγα δευτερόλεπτα ένιωσα ένα σφίξιμο στο στομάχι, αλλά γρήγορα μου πέρασε. Αυτό που μου είπε ο άγνωστος άνδρας ήταν αδύνατο να συμβαίνει. Απλά ήταν αδύνατο. Ήμουν σίγουρος ότι είχε γίνει κάποιο λάθος. Πολλά πράγματα ήταν δυνατό να είχαν συμβεί. Μπορεί, για παράδειγμα, κάποια γυναίκα να της έκλεψε το κινητό στο λεωφορείο και αυτή να ήταν τώρα που βρισκόταν νεκρή στο ασθενοφόρο. Ή μπορεί να της έπεσε και η άτυχη γυναίκα να το βρήκε. Ναι, αυτό μάλλον ήταν αρκετά πιθανό. Η γυναίκα μου, άλλωστε, δεν ήταν ποτέ προσεκτική με τα προσωπικά της αντικείμενα. Συχνά ξεχνούσε το κινητό της στο σπίτι, δύο φορές το είχε χάσει και άλλη μία της το είχαν κλέψει. Ναι, ήμουν σίγουρος ότι συνέβη κάτι από τα δύο. Όταν την έβλεπα το βράδυ, θα της έλεγα για το τηλεφώνημα και τη φωνή του τραυματιοφορέα. Στα μάτια της θα έβλεπα τη θλίψη για τη γυναίκα του φορείου, γιατί ήταν άνθρωπος πολύ πονετικός ακόμη και με ανθρώπους εντελώς ξένους. Κι ύστερα θα την αγκάλιαζα σφιχτά και θα χαμογελούσα κρυφά που ξεγελάσαμε τη μοίρα. Αναρωτήθηκα αν έπρεπε να την πάρω στη δουλειά. Όμως αποφάσισα ότι όχι. Είχε πολλή δουλειά αυτές τις μέρες. Και το αφεντικό της ήταν αυστηρό, τη στραβοκοίταζε όταν υποψιαζόταν ότι μιλούσε μαζί μου στο τηλέφωνο. Δεν έπρεπε να του δώσει αφορμή να της κάνει παρατήρηση. Ένιωθε σαν κοριτσάκι όταν της έκαναν παρατήρηση.

Το βλέμμα γύρισε γύρω στο δωμάτιο και έπεσε πάλι πάνω στη γυάλα με τα κίτρινα βοτσαλάκια και το πλαστικό πράσινο φυτό. Το ζωντανό ψάρι συνέχιζε να κολυμπά δίπλα στο νεκρό αγγίζοντας το. Μα γιατί δεν καταλάβαινε; Έφταιγε άραγε η μνήμη του ή ήταν τόσο οδυνηρό αυτό που συνέβαινε που δεν μπορούσε να το δεχτεί; Μπορούσε άραγε το χρυσόψαρο να νιώσει πόνο για κάποιον που μοιραζόταν για έξι μήνες την ίδια γυάλα, το ίδιο νερό, την ίδια τροφή, θα του έλειπε άραγε ή τώρα θα κολυμπούσε μόνο και πιο ελεύθερο; Η κατάσταση άρχισε να με ενοχλεί. Είχα ένα διήγημα να δουλέψω κι εγώ έκανα με τον εαυτό μου υπαρξιακή συζήτηση για τα συναισθήματα ενός ψαριού. Με θυμό πήρα τη γυάλα και μπήκα στο υπνοδωμάτιο, ακουμπώντας τη στο κομοδίνο με τόση ορμή που χύθηκαν κάτω νερά, ήμουν όμως τόσο εκνευρισμένος που δεν μπήκα στον κόπο να τα σφουγγαρίσω.

Τότε χτύπησε το κινητό μου και έτρεξα , σίγουρος ότι ήταν η γυναίκα μου. Όμως, όχι, ήταν η αδελφή της, με την οποία δεν είχαμε ποτέ καλή σχέση , γιατί τα πρώτα χρόνια της σχέσης μου με τη γυναίκα μου θεωρούσε το επάγγελμα μου αδερφίστικο, όταν άρχισα δε να γράφω βιβλία, τα αποκαλούσε ψευτορομάντζα και είχε δίκιο, αλλά ήταν το ύφος της που με ενοχλούσε τόσο. Αναρωτήθηκα τι να ήθελε, στο τηλέφωνο μιλούσαμε μόνο στη γιορτή της και στη γιορτή μου και αυτό έπειτα από παρέμβαση της γυναίκας μου. Ό,τι και να θέλει μπορεί να περιμένει, σκέφτηκα, με τον εκνευρισμό που είχα δεν θα μπορούσα ούτε λεπτό να ανεχθώ την εκνευριστικά τσιριχτή φωνή και το υποτιμητικό της ύφος. Άφησα το τηλέφωνο να χτυπά δίπλα στη γυάλα και ντύθηκα για να βγω, αφού το πρωινό δεν ήταν κατάλληλο για να δουλέψω. Αποφάσισα να πάω στο κομμωτήριο, θα έβλεπα εκεί τους παλιούς μου συναδέλφους και κάποιες πελάτισσες, ίσως έτσι αποκτούσα ερεθίσματα και για τα άλλα διηγήματα που θα αποτελούσαν το μελλοντικό μου βιβλίο. Τρελαινόμουν να ακούω ιστορίες, ιστορίες διάφορες για έρωτες, για απιστίες, για θανάτους, για οικογενειακά πάθη, ιστορίες καθημερινές αστείες ή θλιβερές ή τελικά γλυκόπικρες, όπως και η ζωή. Οι πελάτισσες μου ανοίγονταν εύκολα, ίσως έφταιγε το συμπαθητικό πρόσωπο ή το συμπονετικό μου βλέμμα και πριν αρχίσω να βγάζω χρήματα από τα βιβλία μου, όταν μάθαιναν ότι έγραφα πολλές φορές μου ζητούσαν να τις συμπεριλάβω στα βιβλία μου, να γίνουν έμπνευση και ροζ ηρωίδες, να μπορούν να λένε στις φιλενάδες τους ή στα εγγόνια του όταν γεράσουν ότι ένας συγγραφέας έγραψε κάποτε κάτι για αυτές.

Έμεινα έξι ώρες στο κομμωτήριο, άκουσα εφτά ερωτικές ιστορίες, οργάνωσα στο μυαλό μου το επόμενο διήγημα και όταν με ρώτησαν τι κάνει η γυναίκα μου, απάντησα ότι έχασε πάλι το κινητό της. Ύστερα κανόνισα να πάμε το επόμενο βράδυ με μία από τις κομμώτριες και τον άνδρα της σε ένα καινούριο εστιατόριο που ανακάλυψαν. Ανανεωμένος και έχοντας αποφορτιστεί από την πρωινή ένταση, πήγα στο σούπερ μάρκετ και ψώνισα ζυμαρικά, τυριά και ένα ποτήρι κόκκινο κρασί αποφασισμένος να μαγειρέψω για τη γυναίκα μου που θα γύριζε κουρασμένη το βράδυ. Όταν γύρισα στο σπίτι, έβαλα μουσική στο στερεοφωνικό, έβγαλα τα ψώνια από τις σακούλες και έβαλα νερό στην κατσαρόλα για να βράσει. Ο χτύπος του κινητού μου με οδήγησε στο δωμάτιο, όπου για ακόμη μια φορά αντίκρισα τα δυο ψάρια και είδα δεκαπέντε κλήσεις από την κουνιάδα μου. Πριν αρχίσω να εκνευρίζομαι πάλι, πήρα μια πετσέτα, σκέπασα τη γυάλα κι έπειτα έκλεισα το κινητό. Γύρισα στην κουζίνα και άρχισα να μαγειρεύω τραγουδώντας σκεπτόμενος τις καινούριες ιστορίες που άκουσα. Αναπόφευκτα και αυτό το βιβλίο θα ήταν ροζ, αλλά ήμουν ακόμη νέος και ήμουν σίγουρος ότι θα ζούσα πολλές εμπειρίες που κάποτε θα μπορούσα να κάνω αξιοπρεπές μυθιστόρημα. Η ζωή ήταν μπροστά μου και άλλωστε ήταν μάλλον καλύτερο να ζω χωρίς πόνο γράφοντας ανοησίες, παρά να γράφω αριστουργήματα υποφέροντας.

Η ώρα είχε περάσει, το φαγητό άρχισε να κρυώνει κι εγώ να βρίζω από μέσα μου το διευθυντή της γυναίκας μου που πάλι την καθυστέρησε. Άνοιξα την τηλεόραση αφήνοντας τις ειδήσεις να φέρουν το θάνατο στο σαλόνι μου με ένα ρεπορτάζ για την τραγική αυτοκτονία μιας ηθοποιού και τις πρώτες δηλώσεις του αρραβωνιαστικού της και όταν ο θάνατος μου έπεσε βαρύς, άλλαξα κανάλι χαζεύοντας ένα ντοκυμανταίρ για τα δελφίνια. Και τότε χτύπησε το κουδούνι.

Επιτέλους σκέφτηκα, ήρθε. Άνοιξα το μπουκάλι με το κρασί και ύστερα την πόρτα νιώθοντας απίστευτη λαχτάρα να δω το πρόσωπο της, να μυρίσω τα μαλλιά της, να νιώσω το δέρμα της, να ακούσω τη φωνή της και να γευτώ τα χείλη της. Και με απογοήτευση αντίκρισα την αδερφή της και τον καλύτερο μου φίλο. Ήταν και οι δύο χλωμοί με σκοτεινιασμένα μάτια. Τους άφησα να μπουν κοιτάζοντας τους με απορία και νιώθοντας τον πρωινό κόμπο να σφίγγει στο στομάχι μου. Και τότε άρχισαν να μου λένε ότι με έψαχναν όλη μέρα, ότι έγινε ένα ατύχημα, ότι τη χτύπησε ένα αυτοκίνητο νωρίς το πρωί και ο οδηγός δε σταμάτησε, ότι ξεψύχησε στο δρόμο, ότι πρέπει να φανώ δυνατός- και αυτοί, όπως και ο τραυματιοφορέας, ότι η κηδεία θα γινόταν αύριο, μα δεν ήταν δυνατόν, αύριο θα πηγαίναμε στο εστιατόριο, ψέλλισα κι η αδερφή της άρχισε να κλαίει και ο φίλος μου μην ξέροντας τι να κάνει την αγκάλιασε στοργικά παρ’ όλο που κι αυτός ποτέ του δεν τη συμπάθησε.
Μείναμε αρκετή ώρα σιωπηλοί στον καναπέ. Ύστερα η κουνιάδα μου είπε πως θέλει να πάει στο σπίτι της, αλλά ένιωθε πως δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια της. Ο φίλος μου της είπε πως θα την πήγαινε αυτός κι ύστερα θα γύριζε σε μένα, μου είπε πως θα έμενε όλο το βράδυ και την άλλη μέρα και για όσο τον χρειαζόμουν. Από την ώρα που έφυγαν , εγώ τα έχω χαμένα, όλα έπρεπε να γίνουν αλλιώς, έπρεπε να θυμάμαι το πρωινό της φιλί και έπρεπε να γυρίσει να φάμε μαζί, έπρεπε να πιάσει στα χέρια της το βιβλίο με τα διηγήματα που θα της αφιέρωνα, έπρεπε να κάνουμε παιδιά και ίσως εγγόνια και έπρεπε εγώ να πεθάνω πρώτος για μη να χρειαζόταν να πρέπει αντιμετωπίσω την αυριανή μέρα και ύστερα την επόμενη και την μεθεπόμενη , για να μη χρειάζεται κάθε τρία λεπτά να πρέπει να συνειδητοποιήσω το ότι απλά εκείνη ένα πρωί χάθηκε και ύστερα να το ξεχάσω και να πρέπει να το θυμηθώ πάλι για να το ξαναξεχάσω.

Τώρα βρίσκομαι στο νεροχύτη και κρατάω στα χέρια μου τη γυάλα. Το ζωντανό ψάρι είναι σε ένα ποτήρι με νερό και μένει να ρίξω το νεκρό στο νεροχύτη και ύστερα να το πετάξω στα σκουπίδια παρ΄ όλο που και η σκέψη μόνο με ανατριχιάζει, γιατί εκείνη δε θα έρθει ποτέ να το κάνει και πρέπει εγώ να το κάνω, πρέπει εγώ επιτέλους να πάρω απόφαση ότι αυτό το ψάρι πέθανε και ύστερα θα μείνουμε το ζωντανό ψάρι στη γυάλα και εγώ να συνεχίσουμε μόνοι τις ζωές που μας απέμειναν.

θυμός

Σήμερα κλείνει ένας μήνας από το τελευταίο πρωινό που την είδα σ’ εκείνη την ασφυκτική, καταραμένη εκκλησία που ήταν γεμάτη συγγενείς, γεμάτη φίλους κι όμως εγώ ένιωθα πως ήμουν μόνος μου μέσα σε ξένους που απλά έτυχε κάποτε να συναναστραφώ μαζί τους. Τα μάτια της ήταν κλειστά και έτσι όπως έσκυψα να τη φιλήσω για τελευταία φορά νόμισα για μια στιγμή πως ήμασταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι στο εξοχικό μας και πως ετοιμαζόμουν να την ξυπνήσω με ένα φιλί κι έπειτα θα την άφηνα να χουζουρέψει κι εγώ θα ετοίμαζα πρωινό. Ήταν μόνο για μια στιγμή αυτή η αίσθηση και ένιωσα να χάνομαι όταν κατάλαβα πως έπρεπε να τραβήξω το κεφάλι μου μακριά της για να κλείσουν το ξύλινο κουτί και να μου την πάρουν για πάντα. Κι ύστερα ήρθαν στο μυαλό μου τα παιδικά παραμύθια με τις μαγεμένες πριγκίπισσες και ναι, εκεί αρκούσε ένα φιλί για να ξυπνήσουν, όμως εκεί τότε, σ’ αυτήν την εκκλησία δεν υπήρχαν μάγια και παραμυθοχώρες, υπήρχε μόνο μια εχθρική πόλη που σ’ ένα δρόμο της έχασα τη γυναίκα μου και ένα καταραμένο αυτοκίνητο που αν είχε σταματήσει μπορεί να μην είχε ρημάξει έτσι τη ζωή μου.

Κάθε πρωί που ξυπνάω σκέφτομαι πως αν είχα απέναντι μου τον οδηγό αυτού του αυτοκινήτου, θα μπορούσα να τον σκοτώσω. Στο μυαλό μου παίρνει διάφορες μορφές, πότε βιαστικός εργαζόμενος που είχε αργήσει στο γραφείο, πότε ανεύθυνος χοντράνθρωπος που δεν του καίγεται καρφί για τους γύρω του, πότε επιπόλαιος νεαρός που φοβήθηκε την οργή του πατέρα του, πότε φοιτήτρια που μόλις πήρε το δίπλωμα οδήγησης. Όποια μορφή και να έχει αυτό τέρας , θα μπορούσα να τυλίξω τα χέρια μου στο λαιμό του και να τα σφίξω μέχρι που να νιώσω το σώμα του να σπαρταράει αβοήθητο. Ναι, θα μπορούσα να το κάνω και νιώθω ένα κόμπο στο λαιμό μου που δε θα τιμωρηθεί ποτέ, που δε θα καταστραφεί η ζωή του, που αυτός ο μήνας θα είναι γι΄ αυτόν όπως και ο προηγούμενος και ο επόμενος το ίδιο. Κι έπειτα κάποιες λίγες, κάποιες στιγμές σκέφτομαι πως ίσως είναι καλύτερα που δε θα τον δω ποτέ, που το βλέμμα μου δε θα συναντήσει ποτέ το δικό του γιατί πραγματικά θα μπορούσα να τον σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια και δε θα ήθελα ποτέ να σκοτώσω άνθρωπο, μετά όμως πάλι σκέφτομαι και γιατί όχι, γιατί θα ήταν κακό να σκοτώσω τον άνθρωπο που σκότωσε τη γυναίκα μου;

Κάποτε πίστευα πως τα νήματα του κόσμου κινεί μια αόρατη δικαιοσύνη, είχα πάντα κάποια υπολείμματα θρησκευτικότητας από τη γιαγιά μου που αγαπούσε και φοβόταν το Θεό και τον είχε μέσα της και πίστευε σ’ αυτόν με τόση σιγουριά σαν να τον είχε κάποτε γνωρίσει. Όταν ήμουν παιδί με μάλωνε όταν βαριόμουν να πάω στην εκκλησία, όταν έβριζα ή όταν έμπλεκα σε καυγάδες με τους φίλους μου και μου θύμιζε πως αν κάνεις το καλό, όλα καλά θα σου πάνε και πως το κακό που κάνει κάποιος, μπροστά του το βρίσκει κάποια στιγμή. Κι εγώ το πίστευα γιατί αυτή η γιαγιά ήταν ο μόνος άνθρωπος που εμπιστεύτηκα, οι γονείς μου ήταν δυο αποστειρωμένοι άνθρωποι, αποκλειστικά αφοσιωμένοι στο να ανέβουν κοινωνικά και στο να κρύψουν την υποκρισία της σχέσης τους. Ο πατέρας μου είχε για χρόνια σχέσεις με άλλες γυναίκες και η μητέρα μου έβγαζε το μίσος και την κακία της γι’ αυτές στους γύρω της και πάνω μου και δε χώρισαν ποτέ, παρ’ όλο που ξέρω πως αν εκείνη είχε τότε τη δύναμη να αγνοήσει το τι θα πει ο κόσμος και να τον αφήσει να φύγει, θα είχαμε όλοι ζήσει πολύ πιο ευτυχισμένοι.

Η γιαγιά μου είχε προλάβει να γνωρίσει τη γυναίκα μου, λίγο πριν πεθάνει την είχαμε επισκεφθεί στο ακριβό γηροκομείο που την είχε παρατήσει η μητέρα μου, νομίζω πως περίμενε να σιγουρευτεί πως θα είμαι σε καλά χέρια για να πεθάνει ήσυχη. Μπορεί οι γονείς σου να μην ήταν τόσο καλοί μαζί σου, μου είχε πει τότε η γιαγιά με ξεψυχισμένη, αλλά σταθερή φωνή, κοιτούσαν άλλα πράγματα περισσότερο από σένα, είναι αλήθεια, αλλά είσαι καλός άνθρωπος, παιδάκι μου και ο Θεός φρόντισε για σένα και βρήκες αυτήν την κοπέλα και θα σε φροντίζει αυτή, δεν είναι άδικη η ζωή, απλά πάντα θα σου παίρνει πράγματα και πάντα θα σου δίνει, έτσι βρήκες τώρα μια νέα οικογένεια να σε αγαπά όπως δε σε αγάπησε η παλιά σου οικογένεια, είχες όμως και μένα να σε αγαπάω, δεν ήσουν μόνος σου, παιδάκι μου έ;

Η γιαγιά είχε συγκινηθεί και το στόμα της έτρεμε και στα μάτια μου κυλούσαν δάκρυα, γιατί ναι, εκείνη με είχε αγαπήσει και τώρα που έφευγε υπήρχε κάποιος άλλος να με αγαπήσει, ναι δεν ήμουν μόνος μου, η γιαγιά είχε δίκιο, ο Θεός δε σου έδινε τα πάντα απλόχερα, ήταν, όμως, αν μη τι άλλο δίκαιος.

Και τώρα η οργή γεμίζει τα μάτια μου δάκρυα και ναι, είμαι οργισμένος και με τη γιαγιά μου και με το Θεό της. Δε με άφησε πίσω ασφαλή και δε μου είπε την αλήθεια. Δε μου είπε πως δεν υπάρχει Θεός, παρά μόνο Τύχη, η Τύχη είναι ο μεγάλος κουκλοπαίχτης, εμείς είμαστε θλιβερές μαριονέτες, που αγνοούμε τα αόρατα νήματα στα χέρια και στα πόδια μας, τα νήματα που μας οδηγούν στην αγάπη και στην απώλεια, θέλω να φωνάξω στην Τύχη, θέλω να τη χτυπήσω, γιατί εκείνη οδήγησε αυτό το καταραμένο αυτοκίνητο στον ίδιο δρόμο που οδήγησε και τη γυναίκα μου, όρισε τα βήματα τους να συναντηθούν μέσα σε έναν από τους δεκάδες δρόμους μιας πόλης αχανούς, όμως δεν υπάρχει κανένας να φωνάξω, κανένας να χτυπήσω, κανένας Θεός δεν είναι απέναντι μου και καμιά Τύχη και ο οδηγός του αυτοκινήτου αυτού δε βρέθηκε και δεν κινδυνεύω να τον σκοτώσω, όμως εγώ κάθε μέρα φαντάζομαι πως τυλίγω τα χέρια μου σε κάποιον άγνωστο λαιμό.

Είμαι μόνος και κολυμπάω μέσα σε μια γυάλα οργής, όπως το χρυσόψαρο μου κολυμπά στη γυάλα του. Είναι το μόνο ζωντανό ον που ανέχομαι να βλέπω, δε θέλω να είμαι με κανέναν και νιώθω ότι μισώ όλον τον κόσμο. Οι φίλοι μου περνούν συχνά απ’ το σπίτι, αλλά δε θέλω να τους βλέπω, να τους ακούω, να τους μιλάω κι ας ήταν τόσο αγαπημένοι μου φίλοι μέχρι και τον προηγούμενο μήνα. Άλλοι είναι αμήχανοι σιωπηλοί κι άλλοι δεν αντέχουν τη σιωπή μου και την βαριά αίσθηση του θανάτου στο δωμάτιο και προσπαθούν να την ξορκίσουν μιλώντας, μιλάνε σαν να μη συμβαίνει τίποτε για τον καιρό ή για ένα σωρό άλλες αηδίες και η φωνή τους τρυπάει τα αυτιά μου και δεν ακούω τι λένε μόνο εύχομαι να εξαφανιστούν από μπροστά μου και σηκώνομαι προσποιούμενος ότι έχω κάποια δουλειά στην κουζίνα, ότι πάω να πάρω ένα παυσίπονο για τον πονοκέφαλο, τους διώχνω με τον τρόπο μου και αυτοί δεν το καταλαβαίνουν, πρέπει να γίνω απότομος ή να πάω να κλειστώ στο δωμάτιο μου για να το καταλάβουν ή να σπάσω τα πιάτα και τα ποτήρια και τη γυάλα με το χρυσόψαρο, όπως έκανα χθες, όταν δεν άντεχα πια να τους ακούω και προτιμούσα να ακούω τα γυαλιά που έσπαζαν από τις ανθρώπινες φωνές που συζητούσαν. Τα σπασίματα τους έκαναν να σταματήσουν κι έμειναν με γουρλωμένα μάτια να κοιτάζει ο ένας τον άλλο. Εγώ μόλις είδα το χρυσόψαρο να σπαραταράει στο πάτωμα τα χάσα, δεν έπρεπε να πεθάνει κι αυτό είναι ό,τι μου έμεινε από κείνη, το χρυσόψαρο, το χρυσόψαρο άρχισα να φωνάζω κι ένας φίλος μου έτρεξε και γέμισε ένα ποτήρι νερό και το έβαλε μέσα. Φύγετε, τους είπα, αφήστε με μόνο, εκείνοι σηκώθηκαν, με κοίταξαν με λύπη, τα μάτια τους έλεγαν τόσα πολλά, αλλά εγώ δεν ήθελα να ακούσω ούτε τα μάτια τους, έφυγαν κλείνοντας αθόρυβα την πόρτα πίσω τους. Έμεινα μόνος μέσα σε υπολείμματα σπασμένων πιάτων, ποτηριών και της γυάλας, αλλά είχα το χρυσόψαρο μου, αυτό είχε σημασία, το έβλεπα να κολυμπά ασφυκτικά μέσα στο ποτήρι, έμεινα, δεν μπορώ να υπολογίσω για πόση ώρα, με τα μάτια καρφωμένα στο ποτήρι κι ύστερα άφησα τα σπασμένα και πήγα στο κρεβάτι και ξάπλωσα, το στήθος μου άρχισε να ανεβοκατεβαίνει και ένιωθα δάκρυα κάτω από τα μάτια μου, δάκρυα οργής και απελπισίας και μοναξιάς, δάκρυα που δεν έτρεχαν, αλλά πλημμύριζαν την καρδιά και το μυαλό μου, η αναπνοή, το αίμα μου και το σώμα μου όλο ήταν πνιγμένα δάκρυα.

Ξύπνησα την επόμενη ημέρα το απόγευμα, μάζεψα με μια σκούπα τα σπασμένα στο πάτωμα, τα έβαλα σε μια μεγάλη μαύρη σακούλα και βγήκα για να τα κατεβάσω στον κάδο που υπήρχε στη γωνία του δρόμου. Έξω από την πολυκατοικία με περίμενε ένα κουτί με το όνομα μου γραμμένο από έναν από τους φίλους μου που ήταν χθες στο σπίτι. Πήγα τα σκουπίδια στο κάδο, γύρισα, πήρα το κουτί και το άνοιξα μόνο όταν ανέβηκα πάνω. Ήταν μια καινούρια γυάλα. Τη γέμισα με νερό και ύστερα έριξα το χρυσόψαρο μέσα και για μια στιγμή χαμογέλασα που μπορούσε τώρα να κολυμπάει πιο άνετα.

Τώρα κάθομαι στον καναπέ κρατώντας και κοιτάζοντας το τηλέφωνο. Από τη μία θέλω να τους πω ευχαριστώ και συγνώμη, από την άλλη δεν μπορώ, δεν μπορώ γιατί νιώθω ακόμη θυμωμένος μαζί τους, όσο και αν κάποτε τους αγαπούσα, τώρα είμαι θυμωμένος γιατί με λυπούνται και μου στέλνουν μια γυάλα δείχνοντας συγκατάβαση στις εκρήξεις μου, είμαι θυμωμένος γιατί θέλουν να με φροντίσουν, γιατί εκείνοι χθες γύρισαν στις γυναίκες και τα παιδιά και ίσως τους είπαν στενοχωρημένοι πως δεν είμαι καθόλου καλά, αλλά εκείνοι είναι καλά, έχουν τους αγαπημένους τους, η ζωή τους δε γύρισε ανάποδα, δεν ξέμειναν μόνοι με ένα χρυσόψαρο σε ένα ποτήρι. Είμαι θυμωμένος μαζί τους γιατί είμαι θυμωμένος με το Θεό και με την Τύχη και τη γιαγιά μου που μου είπε ψέματα και με το κάθαρμα που την παράτησε να σπαρταράει στο δρόμο και με το ασθενοφόρο που δεν έφτασε εγκαίρως και αυτούς που δεν την έσωσαν και ακόμη και μαζί της είμαι θυμωμένος γιατί περπατούσε αφηρημένα και δεν είδε το αυτοκίνητο να έρχεται και γιατί έφυγε τόσο νωρίς για τη δουλειά, γιατί μου ορκίστηκε κάποτε να είμαστε για πάντα μαζί και δεν ήταν αθάνατη, γιατί ήταν η οικογένεια μου και η γιαγιά μου την είχε εμπιστευθεί να με αγαπάει. Είμαι θυμωμένος με τους φίλους μου, γιατί είναι οι μόνοι στους οποίους μπορώ να ξεσπάσω το θυμό μου αλλιώς φοβάμαι πως τα πνιγμένα μου δάκρυα θα ξεχυθούν παντού και θα με πνίξουν.

κατάθλιψη

Στο πολύ μικρό, εξοχικό μου σπίτι που ήρθα εδώ και δύο εβδομάδες μέρες ακούω μόνο τα τζιτζίκια και τη σιωπή της απουσία της. Εδώ, σ’ αυτό το σπίτι μπροστά στη θάλασσα περάσαμε μαζί τα τελευταία τρία καλοκαίρια μας, πάντα ήθελε ένα σπίτι στη θάλασσα και όταν το δεύτερο βιβλίο μου πήγε ανέλπιστα καλά, κατάφερα να της το προσφέρω. Τώρα το σπίτι, η θάλασσα, το καλοκαίρι, όλα μοιάζουν μάταια. Έχουν περάσει τρεις μήνες.

Είμαι μόνος και κάποιες στιγμές είναι αβάσταχτο. Σταμάτησα πια να τα βάζω με τους άλλους, με τη ζωή, με τη μοίρα, πλέον δε μισώ ούτε αυτόν, τον άγνωστο οδηγό που δε βρέθηκε ποτέ. Για να μισείς πρέπει να είσαι ζωντανός κι εγώ έτσι δε νιώθω καθόλου. Οι φίλοι μου δε με θυμώνουν πια, αλλά και πάλι δεν αντέχω να είμαι μαζί τους. Κάθε φορά που τους βλέπω, να είναι οι ίδιοι, εκεί, στην ίδια καθημερινότητα, απαράλλαχτοι, με τα γνωστά τους τα προβλήματα, με τις λίγες, όσες, στιγμές ευτυχίας, νιώθω τέτοια ζήλια που ντρέπομαι για τον εαυτό μου. Αναρωτιέμαι γιατί εγώ, γιατί εγώ να είμαι σε αυτή τη θέση και όχι αυτοί, γιατί να μη χτυπάω εγώ φιλικά το χέρι μου στην πλάτη τους και να μην τους λέω εγώ υπομονή, κουράγιο, θα περάσει ή γιατί να μη στέκω εγώ βουβός απέναντι τους, βουβός και λυπημένος με τη λύπη τους. Μπορώ να νιώσω την αγάπη τους, τη συμπόνια και τη θλίψη τους, όμως δεν τη θέλω, δεν είμαστε πια ίσοι, δεν κοιταζόμαστε στα μάτια από το ίδιο ύψος, είμαι εγώ χαμηλά, μικρός πολύ μικρός κι αυτοί είναι από πάνω μου, αλλά δεν αντέχω να με κοιτάζουν έτσι αδύναμος και χαμένος που είμαι, ένας άνθρωπος τελείως διαφορετικός από αυτόν που ήξεραν, από αυτόν που ήξερα εγώ, δε θέλω να με φροντίσουν, να με καταλαβαίνουν, να με αγαπούν, δε θέλω να με λυπούνται, θέλω να μην υπάρχω και να μην υπάρχουν ούτε κι εκείνοι.

Δεν ξέρω αν είμαι τυχερός ή άτυχος που δε χρειάζεται να δουλεύω. Τα βιβλία μου πωλούνται με σταθερούς ρυθμούς, έχω ακόμη ένα μεγάλο ποσό στην άκρη, ο εκδότης μου με πήρε για να με συλλυπηθεί και με συμβούλευσε τάχα φιλικά και στοργικά να το ρίξω στο γράψιμο για να ξεχαστώ, δεν ξέρω αν θα ξεχνιόμουν στο κομμωτήριο ή αν θα κινδύνευα να καταρρεύσω πάνω από κάποιο φρεσκολουσμένο κεφάλι. Γιατί τώρα πια δεν πνίγω πια τα δάκρυα μου, ξεσπάω πολύ συχνά σε κλάματα και κλαίω για ώρες, εγώ που τόσα χρόνια ακολούθησα πιστά τις οδηγίες του πατέρα μου για τον ανδρισμό και δε μου ξέφυγε ούτε δάκρυ.

Τον πατέρα μου και τη μητέρα μου τους είδα πρόσφατα, ένας ξάδελφος τους είπε τι μου συνέβη κι εκείνοι θυμήθηκαν ξαφνικά ότι είναι γονείς και με επισκέφθηκαν απροειδοποίητα κάποιο απόγευμα. Τα είχα πολύ χαμένα για να τους κλείσω την πόρτα, τους είπα να περάσουν μέσα, τους έφτιαξα καφέ και κάθισα απέναντι τους. Μείναμε για πολύ ώρα αμίλητοι, ένιωθα άβολα, την τελευταία φορά που τους είχα δει ήταν στην κηδεία της γιαγιάς μου, όπου μου είχαν ζητήσει να αφήσω το κομμωτήριο και να κάνω μια προσπάθεια να μπω στο πανεπιστήμιο, εκείνοι θα με βοηθούσαν οικονομικά, δεν ήταν αυτή δουλειά για άνδρες είχε πει αυστηρά ο πατέρας, έχουμε τόσα όνειρα για σένα, είχε πει η μητέρα μου κι εγώ δε μιλούσα, σκεφτόμουν τη γιαγιά μου που έφυγε, την οικογένεια που έχασα κι ήταν η εικόνα της γυναίκας μου, της οικογένειας που θα είχα από δω και μπρος που με έκανε να ανέχομαι να βρίσκονται έστω και για λίγο κοντά μου. Μπορούσα να τους πω πολλά σ’ εκείνη την κηδεία και μπορούσα να τους πω πολλά και σ’ εκείνη την επίσκεψη, αλλά δεν το έκανα, και τις δύο φορές δεν είχα φωνή, και τις δύο φορές η απώλεια με είχε συνθλίψει και δεν είχα δύναμη να τους αντιμετωπίσω κι έτσι έμεινα σιωπηλός, νομίζοντας πως έτσι τους ξορκίζω, και τις δύο φορές πονούσα τόσο γι’ αυτά που είχα χάσει, τόσο που η απόρριψη τους δεν είχε χώρο να με πληγώσει περισσότερο.

Πρέπει να είναι δύσκολο για σένα, μου είπε κάποια στιγμή η μητέρα μου, η φωνή της, όμως, δεν είχε καμία στοργή. Χρειάζεσαι χρήματα, με ρώτησε τότε αμέσως ο πατέρας μου. Τότε κατάλαβα πως δεν άλλαξαν καθόλου, ήταν το ίδιο ασυντόνιστοι και το ίδιο απόμακροι ο ένας από τον άλλο, το ίδιο άγνωστοι μεταξύ τους κι ας είχαν ζήσει μια ζωή μαζί , αυτοί οι άνθρωποι δεν ένιωσαν ποτέ κανονικό ζευγάρι, τα εγώ τους δεν έγιναν ποτέ εμείς και άρα ήμουν κι εγώ πάντα ένα άγνωστο σώμα που έτυχε να γεννήσουν. Δεν είχα δύναμη να τους πετάξω έξω κι έτσι καθόμουν σιωπηλός και κοίταζα στα φλιτζάνια τους τον καφέ που τελείωνε. Κι εκείνοι συνέχιζαν να μου θυμίζουν πόσο έρημο, πόσο μόνο με άφησε η γυναίκα μου με τις ερωτήσεις τους για τα βιβλία μου, μήπως θα έπρεπε να αλλάξω εκδόσεις, μου είπε η μητέρα μου, τώρα που έγινα γνωστός μπορούσα να έχω τις καλύτερες εκδόσεις και μήπως θα έπρεπε να γράψω κάτι πιο σοβαρό, αυτά που έγραφα ήταν για την παραλία, δεν την άκουσα όταν έπρεπε και δεν πήγα στο πανεπιστήμιο, τώρα με το ταλέντο μου θα έγραφα αριστουργήματα, αν ήμουν μορφωμένος. Κι ύστερα ο πατέρας μου άρχισε να μου λέει για τις γυναίκες, ναι είναι νωρίς ακόμη, το ξέρει, αλλά γυναίκες υπάρχουν παντού, σε λίγο καιρό θα την ξεχάσω και θα μπορέσω να βγω με άλλες, όλα στη ζωή ξεχνιούνται, εγώ που είμαι νέος και επιτυχημένος δεν έχω να φοβάμαι τίποτε.

Η ψυχή μου είχε βγει από το σώμα μου και με παρατηρούσε κι εμένα κι αυτούς, εγώ μαζεμένος σε μια γωνιά ευχόμουν να φύγουν, να εξαφανιστούν, ευχόμουν να μη με είχαν γεννήσει ποτέ κι εκείνοι μιλούσαν, μιλούσαν ασύνδετα μεταξύ τους, χανόταν ο καθένας στους μονολόγους του και ήταν αυτά τα εχθρικά, τα γεμάτα κακία βλέμματα η μόνη ένδειξη ότι αντιλαμβανόταν ο ένας την παρουσία του άλλου. Δεν είχα βγάλει κουβέντα και κάποια στιγμή σταμάτησαν κι εκείνοι να μιλάνε, παιδί μου είσαι καλά, η μητέρα μου με ρώτησε, κι ένιωσα μια μητρική τρυφερότητα να αναβλύζει από ένα βαθύ, πολύ βαθύ πηγάδι, μια μητρική τρυφερότητα που δε με αγκάλιασε ποτέ, όμως, και που δεν έμαθα ποτέ να αποζητώ. Σηκώθηκε και κάθισε δίπλα μου και σαν να πήγε να μου χαϊδέψει το κεφάλι και τότε εγώ γύρισα και την κοίταξα και πρέπει να έβγαλαν κεραυνούς μίσους τα μάτια μου, γιατί έκανε πίσω σαν να την είχαν χτυπήσει κεραυνοί και γρήγορα κατάλαβε πως δεν ήταν ποτέ καλή στο ρόλο της στοργικής μάνας, πήρε πάλι στο στρυφνό της ύφος και είναι αργά, είπε, πρέπει να φύγουμε, ο πατέρας μου σηκώθηκε, με χτύπησε δυνατά στην πλάτη, μου είπε λίγες ακόμη ανοησίες για το πως πρέπει να περάσω σαν άντρας αυτή τη δοκιμασία και πως σαν άντρας πρέπει να γνωρίσω πολλές γυναίκες και την πήρε και έφυγαν. Περίμενα λίγα λεπτά και βγήκα στο μπαλκόνι και κοίταξα κάτω, ήθελα να βεβαιωθώ ότι έφυγαν και μπόρεσα να πάρω μια βαθιά ανάσα μόνο όταν είδα της φιγούρες τους να χάνονται στη γωνία του δρόμου και μόνο τότε έτσι όπως τους είδα να περπατούν δίπλα δίπλα, αλλά τόσο μακριά ο ένας από τον άλλο, κατάλαβα ότι είχαν αρχίσει να γερνούν, ότι δεν ήταν νέοι όπως τους θυμόμουν, και πάλι δεν είχε σημασία, ήταν πάντα το ίδιο ξένοι.

Το βράδυ αυτό έκλαψα για πρώτη φορά, έκλαψα τόσο πολύ που δε θυμάμαι πόσο, έκλαιγα για τη γυναίκα μου και για κάτι άλλο που δεν ήξερα τι ήταν και κάποια στιγμή που ηρέμησα λίγο, χαμογέλασα κι ύστερα άρχισα να γελάω δυνατά και τότε ήξερα γιατί γελούσα, ήταν επειδή επιτέλους έκλαψα, ευχόμουν να μπορούσε να με δει από μακριά ο πατέρας μου, να έβλεπε πόσο έκλαιγα και πόσο άντρας σαν κι αυτόν δεν ήμουν.

Την επόμενη ημέρα αποφάσισα να έρθω εδώ, ενημέρωσα ένα φίλο, έριξα σε μια βαλίτσα αρκετά ρούχα, έβαλα το χρυσόψαρο σε μια πλαστική γυάλα που είναι ειδική για τις μεταφορές και που είχαμε αγοράσει, αλλά δεν είχε τύχει να χρησιμοποιήσουμε, κλείδωσα το σπίτι, μπήκα στο αυτοκίνητο και ήρθα. Ήταν πιο δύσκολο από ό,τι φανταζόμουν, ήταν ένα σπίτι φτιαγμένο για εκείνη, ένα σπίτι φτιαγμένο από εκείνη, ένα σπίτι που μόλις έφτασα στην πόρτα του με ρώτησε γιατί είμαι μόνος κι εγώ δεν ήξερα τι να απαντήσω κι έστρεψα το βλέμμα μου στη θάλασσα, αλλά ήταν η θάλασσα μας, η θάλασσα της, η θάλασσα που έβλεπε από το μπαλκόνι τα απογεύματα και η θάλασσα που βουτούσε τα πρωινά και ήταν σαν να με ρωτούσε και η θάλασσα που είναι εκείνη κι εγώ τότε γνωρίζοντας την απάντηση έβαλα πάλι τα κλάματα. Οι ημέρες από τότε είναι τόσο ίδιες που μοιάζουν σαν μια τεράστια ημέρα. Τα πρωινά ξυπνάω με δυσκολία, φτιάχνω καφέ και κάθομαι στο μπαλκόνι. Το βλέμμα μου χάνεται στο γαλάζιο και οι σκέψεις μου γυρίζουν σε εκείνη. Αναρωτιέμαι αν έτυχε ποτέ να πιει σε αυτό το φλιτζάνι και ψάχνω στις άκρες του αόρατα αποτυπώματα των χειλιών της και προσπαθώ να θυμηθώ τι χρώμα είχε το μαγιό που φόρεσε το κάθε καλοκαίρι. Κι ύστερα δεν μπορώ να μη θυμάμαι τον ενθουσιασμό της όταν πήραμε το σπίτι, θέλω να γεράσουμε εδώ μπροστά στη θάλασσα, μου είχε πει και τώρα είμαι εγώ εδώ μόνος και ήδη γερασμένος κι εκείνη δε θα γεράσει ποτέ.

Οι ώρες περνούν παράξενα σε αυτό το μπαλκόνι, το πρωινό φέρνει το μεσημέρι κι ύστερα έρχεται το απόγευμα. Μερικές φορές δεν μπορώ ούτε να πεινάσω και όταν τρώω, τρώω μόνο επειδή άρχισα πάλι να καπνίζω και καπνίζω τόσο που δεν το αντέχει το στομάχι μου. Το στρίψιμο των τσιγάρων είναι η μόνη μου κίνηση, η μόνη μου δραστηριότητα, πολλές φορές σκέφτηκα να κατεβώ στην παραλία να κολυμπήσω, αλλά ένιωθα πως δεν είχα τη δύναμη να φορέσω το μαγιό μου, πως δεν είχα τη δύναμη να κουνήσω πόδια και χέρια, ένιωθα πως το σώμα μου έχει βαρύνει, πως είναι δεμένο στην καρέκλα του μπαλκονιού, πως τα μάτια μου είναι δεμένα σε αυτή τη θέα της θάλασσας.

Τα βράδια με βρίσκουν μπροστά από ένα ξεχειλισμένο τασάκι και κάτω από αμέτρητα φωτεινά αστέρια. Τα τζιτζίκια έχουν σταματήσει και έρχεται στα αυτιά μου ο ήχος των κυμάτων και είναι σαν να με καλεί το πηχτό σκοτάδι τους, σαν να με καλεί να χαθώ μέσα του και να πεθάνω. Πολύ συχνά εύχομαι να πεθάνω, το εύχομαι κάθε βράδυ που κλείνω τα μάτια, το εύχομαι κάθε φορά που πνίγομαι στους λυγμούς, το εύχομαι κάθε φορά που κοιτάζω την οδοντόβουρτσα της που δε θα ξαναχρησιμοποιήσει ποτέ. Μερικές φορές τότε έρχεται στο μυαλό μου η εικόνα της γιαγιάς μου και με κυριεύουν τα υπολείμματα του Θεού της, είναι αμαρτία να θέλεις να πεθάνεις, όμως εγώ το θέλω όσο τίποτε, ζητώ από το Θεό της γιαγιάς μου να με συγχωρήσει, αλλά θέλω να πεθάνω, δε θέλω να ξυπνάω το πρωί, δε θέλω να αναπνέω χωρίς αυτήν, δεν έχω μάθει να ζω μακριά της και δε θέλω να μάθω.

Δεν έχω πάρει κανέναν τηλέφωνο κι έχω μόνο απαντήσει μονολεκτικά σε μηνύματα φίλων ότι είμαι καλά κι αυτό για να μην ανησυχήσουν και έρθουν ξαφνικά και χαλάσουν την ησυχία μου, αλλά φαίνεται πως ο άνθρωπος δεν αντέχει να μη μιλάει και καμιά φορά ασυναίσθητα μιλώ στο χρυσόψαρο όταν το ταίζω, του μιλώ σαν να μιλώ σε μωρό ή σε μικρό παιδί. Εκείνο δείχνει να αγνοεί τη φωνή μου, την ύπαρξη και τον πόνο μου, το μόνο του ενδιαφέρον είναι τα λίγα κομματάκια ψαροτροφής, αλλά τις τελευταίες ημέρες πρόσεξα πως τα πτερύγια του έχουν αρχίσει να μαυρίζουν. Λένε πως τα χρυσόψαρα δε ζουν πολύ, δεν ξέρω αν έχει κάποιο μικρόβιο και αν θα πεθάνει κι αυτό, πολλές φορές αναρωτιέμαι αν θυμάται το σύντροφο του, εκείνον που προσπαθούσε τότε να ξυπνήσει, και αν δεν τον θυμάται άλλοτε το μακαρίζω που μπορεί να ζει χωρίς πόνο, άλλοτε το λυπάμαι που ζει χωρίς αναμνήσεις.

Κι έτσι περνά μακριά της το καλοκαίρι μου με το ασταμάτητο τραγούδι των τζιτζικιών, τη θάλασσα που την ημέρα χρωματίζει τις αναμνήσεις μου και που τα βράδια με καλεί να χαθώ στην άβυσσο της, έτσι περνά το καλοκαίρι μου με το χρυσόψαρο και την ψυχή μου μαυρισμένα.

αποδοχή

Εδώ και δύο χρόνια δεν την ακούω να ανασαίνει δίπλα μου τις νύχτες. Αν και ξέρω πως έπαψε ξαφνικά ένα πρωινό να ανασαίνει πεσμένη σε έναν από τους δρόμους της πόλης, πως η τελευταία της ανάσα εγκατέλειπε το στήθος της, ενώ γύρω της όλα κινούνταν στους συνήθεις ρυθμούς των περαστικών, αν και τώρα πια το γνωρίζω καλά αυτό και το δέχομαι, προτιμώ να σκέφτομαι πως είναι κάπου σ’ ένα σύννεφο αποκοιμισμένη και οι ανάσες της σκορπίζονται στον ουρανό.

Εγώ δε θα είμαι ποτέ ο ίδιος άνθρωπος που ήμουν πριν από την τελευταία της ανάσα κι ας λένε μερικοί ότι οι άνθρωποι δεν αλλάζουν. Η αλήθεια είναι πως κι εγώ πίστευα πως ο άνθρωπος δεν αλλάζει πολύ μετά την εφηβεία, εγώ σαν έφηβος ήμουν κλειστός και θλιμμένος, άκουγα πολύ μουσική, είχα λίγους φίλους, πολλά όνειρα, θυμό και απελπισία και μοναξιά κι ύστερα ξαφνικά άρχισα να μεγαλώνω και δίπλα της να γνωρίζω τον κόσμο, δίπλα της έμαθα να γελάω, να νιώθω καλά με τον εαυτό μου και ασφαλής, δίπλα της έμαθα να ανοίγομαι στους ανθρώπους και να τους βάζω στην καρδιά μου, να περνώ καλά σε μεγάλες παρέες, δίπλα της έμαθα να ακούω τις ξένες ιστορίες, να τις μπερδεύω, να τις αλλάζω και να τις φτιάχνω δικές μου.

Και τώρα έπρεπε όλα αυτά να τα ξεμάθω ή μάλλον έπρεπε να συνεχίζω να τα κάνω χωρίς εκείνη, αλλά χωρίς εκείνη δεν είχε τίποτε νόημα, ο κόσμος έγινε πάλι ξαφνικά σκοτεινός και επικίνδυνος, γέλιο πια δεν μπορούσε να γεννηθεί στην καρδιά μου, οι άνθρωποι δεν είχαν ενδιαφέρον αν δεν μπορούσα να τους δω μέσα από τα μάτια της και ιστορίες πια δεν μπορούσα να φτιάξω, ξέχασα τον τρόπο, δεν ήθελα, δεν ήξερα πως. Κι έτσι έμεινα για πολύ καιρό μες στη σιωπή, σε μια θλιμμένη, σκοτεινή σιωπή, βούλιαξα μέσα της και ο παραμικρός θόρυβος με αναστάτωνε και πίσω από αυτή τη σιωπή κλείδωσα τον εαυτό μου και προσπάθησα να απομακρύνω όσους ανθρώπους είχα στη ζωή μου και δεν άφηνα κανέναν να μπει, κανένας δεν ήθελα να με βλέπει να υποφέρω, κανένας δε θα καταλάβαινε, δεν υπήρχε χώρος για κανέναν , γιατί δεν υπήρχα ούτε εγώ, αλλά υπήρχαν μονάχα τα υπολείμματα αυτού που κάποτε υπήρξε μαζί της.

Ο πόνος σε καταπίνει σαν μαύρη άγρια θάλασσα, αλλά έρχεται κάποτε η στιγμή που σε ξερνάει και πάλι στη ζωή, είσαι με σκισμένα ρούχα και σκασμένο δέρμα, τα μάτια σου κόκκινα και τα μαλλιά σου ανακατεμένα, είναι ό,τι απέμεινε από τον εαυτό σου, αλλά ό,τι απέμεινε από τον εαυτό σου δεν παύει να είναι εσύ στο τώρα, εσύ που τώρα σε μια νέα αφιλόξενη στεριά καλείσαι να ζήσεις και πάλι.

Ήταν μια μέρα που κοίταξα ξαφνικά τη φωτογραφία της και κατάλαβα πως έπρεπε να την αποχαιρετήσω για πάντα, κατάλαβα πως δεν έμενε πια άλλη άρνηση, ούτε άλλος θυμός, ούτε άλλη θλίψη , πως δεν είχα άλλη δύναμη να παρατήσω τον εαυτό μου, κατάλαβα πως εγώ ήμουν ζωντανός και πως είχα καθήκον να φέρω σε πέρας όποια ζωή μου είχε απομείνει, ήταν σκληρό να το σκέφτομαι, ναι, χωρίς εκείνη, αλλά ναι, εγώ ήμουν στη ζωή και στη ζωή δεν έχεις δικαίωμα να αντιστέκεσαι. Η αγάπη μου, ο πόνος μου φυσικά είναι ακόμη εκεί και το ξέρω πως εκεί θα είναι πάντα, είναι ένα μέρος μου, είναι φωλιασμένα στο σώμα μου, είναι εγώ, το καινούριο μου εγώ, το αίμα και η ανάσα μου, μαζί τους θα ταξιδέψω τα καινούρια ταξίδια μου, μαζί τους θα κλαίω και θα γελάω και θα αγαπώ και θα πονάω πάλι από την αρχή.

Ευτυχώς οι φίλοι μου είναι ακόμη εκεί, με περίμεναν να βγω πάλι στη στεριά και με αγκάλιασαν χαμογελώντας και οι γονείς μου κάνουν προσπάθειες και συχνές εμφανίσεις στη ζωή μου, μου λένε ακόμη τις ίδιες ανοησίες και ίσως ακόμη και να τις πιστεύουν και ακόμη ρίχνουν άγρια βλέμματα ο ένας στον άλλο, αλλά τώρα πια είναι εκεί, νομίζω πως με είδαν να χάνομαι και τότε κατάλαβαν πόσο χαμένο με είχαν και τώρα με θέλουν πίσω, θέλουν να είναι κοντά μου όπως δεν ήταν ποτέ ή όπως ήταν πάντα, το ξέρω πια πως έτσι μόνο μπόρεσαν να είναι, αυτόν τον τρόπο είχαν και ήξεραν, ο πόνος όμως τώρα με μαλάκωσε και τώρα νιώθω πως πίσω από την απόρριψη που μου έστελναν, πίσω από το θυμό και τις κακίες του ενός για τον άλλο και πίσω από την αποτυχία και τα λάθη του γάμου τους υπήρχε πάντα αγάπη για μένα.

Και σήμερα, δύο ακριβώς χρόνια μετά το θάνατο της, σταματώ να αναρωτιέμαι για τη μοίρα, το Θεό και το άδικο, δέχομαι το τυχαίο που την πήρε μακριά και με συνέθλιψε και βουτάω βαθιά μέσα στον εαυτό μου και για πρώτη φορά τα δάκτυλα μου κτυπούν στα πλήκτρα δυνατά και κτυπούν για μένα, για πρώτη φορά γράφω τα όσα η δική μου φωνή υπαγορεύει, για πρώτη φορά δε σκέφτομαι τις ιστορίες των άλλων, αλλά τελειώνω τη δική μου ιστορία, τα όσα γράφω είναι δικά μου και μιλούν για μένα. Για πρώτη φορά γράφω κάτι που της αξίζει και που είναι για εκείνη.

Και όσο για το χρυσόψαρο στη γυάλα, εκείνο που εκείνη είχε αγοράσει και που είχε απομείνει να με συντροφεύει, πέθανε κι αυτό ξαφνικά ένα πρωί, τα χρυσόψαρα δε ζουν πολύ και πολύ μου κράτησε, μου είπαν όλοι με όσους το συζήτησα και με συμβούλευσαν να πάρω άλλο, τι διαφορά θα είχε, είπαν, όμως εγώ δεν ήθελα άλλο, παρά αυτό το κόκκινο χρυσόψαρο που τάιζα τόσο καιρό και που του άλλαζα νερό και του μιλούσα, αυτό το μικρό ψάρι με τα μαυρισμένα στις άκρες τους πτερύγια, δεν ήθελα άλλο κι έτσι στη γυάλα τώρα δεν κολυμπά κανείς, γιατί εγώ ήθελα αυτό, αυτό που είχε χάσει κι εκείνο ένα σύντροφο, όπως κι εγώ.

Ο Θησαυρός

Ο Θησαυρός

θησαυρός

Μπήκε σε εκείνη την παλιά
Από καιρό ξεχασμένη
Σοφίτα

Καθισμένος όπως τότε
Τότε που ήταν παιδί
Είδε τα πάντα τώρα
Αλλιώς

Οι σκιές λιγότερο τρομακτικές
Σαν απειλή αστεία
Η σκόνη λεπτομέρεια ασήμαντη
Και τα παλιά έπιπλα
Βαριά, σκεπασμένα
Έτοιμα ήταν να διηγηθούν
Την ίδια ιστορία

Δεν άκουγε
Δεν ήταν εκεί για αυτό

Το μισοσκόταδο έγινε ημίφως
Το ημίφως ήταν τώρα
Κάτι πιο κοντά στο φως
Είχε ελπίδα

Ένα σπασμένο παιδικό παιχνίδι
Θύμησε για λίγο
Τις μακρινές στιγμές
Τότε που έσπαζε έτσι
Η αθωότητα

Έμεινε για ώρα
Στην παλιά σοφίτα
Νιώθοντας βαθιά
Ηρεμία

Σωροί βιβλίων
Που δεν θα διαβαστούν ξανά
Νιώθοντας ένα βλέμμα
Θυμήθηκαν για λίγο
Τον σπουδαίο τους ρόλο

Οι σκιές άρχισαν να χαμογελούν
Η σκόνη έγινε μέρος για να γράψεις

Λίγο πριν φύγει θυμήθηκε
Πως μπήκε στη σοφίτα για να βρει
Τον Θησαυρό

Δεν ήταν ανάμεσα
Στα σπασμένα ράφια
Στις φωτογραφίες
Ή στα γεμάτα παρελθόν κουτιά

Ήταν μονάχα
Αυτή η ίδια
Η ηρεμία